Η αλήθεια είναι ότι ο Μανώλης Χιώτης δεν έζησε δύσκολα παιδικά χρόνια. Η οικογένειά του ήταν ευκατάστατη και αυτό το αρχοντικό στυλ στο πάλκο διατήρησε και ο ίδιος στη μετέπειτα πορεία του. Το 1936 κατέβηκε στην Αθήνα.
Το 1959 ενορχηστρώνει τον «Επιτάφιο» του Μίκη Θεοδωράκη, που έχει κάνει ήδη μια αποτυχημένη έκδοση, και τον απογειώνει. Ακολουθούν οι «Λιποτάκτες», η «Πολιτεία» και το «Αρχιπέλαγος». Με τις ενορχηστρώσεις του Χιώτη και τις φωνές της Μαίρης Λίντα, του Γρηγόρη Μπιθικώτση, του Στέλιου Καζαντζίδη και της Μαρινέλλας, τα έργα του Θεοδωράκη, αλλά και του Χατζιδάκι -του οποίου υπήρξε για καιρό σολίστας- αποκτούν λαϊκή απήχηση. Είναι ουσιαστικά αυτός που ανοίγει το δρόμο και στους άλλους λαϊκούς μουσικούς να συνεργαστούν με τους λόγιους συνθέτες, με αποτέλεσμα την έκρηξη του λεγόμενου «Έντεχνου».
Τα τελευταία πέντε χρόνια της ζωής του ήταν και τα πιο δραματικά. Χωρίζει με τη Λίντα (πράγμα που του στοίχισε πολύ), κάνει αποτυχημένες συνεργασίες και ο καρκίνος αρχίζει να τον ρίχνει σωματικά και ψυχολογικά. Στις 21 Μαρτίου του 1970, ανήμερα των 50ων γενεθλίων του, ο Μανώλης Χιώτης αφήνει την τελευταία του πνοή. Στην κηδεία του, στο Α’ νεκροταφείο Αθηνών, ο Γιάννης Καραμπεσίνης παίζει με το μπουζούκι του Χιώτη τα «Ηλιοβασιλέματα» και το δακρυσμένο πλήθος τραγουδά…
Αξίζει να σημειώσουμε ότι ο Χιώτης είχε επισκεφτεί τις ΗΠΑ για να παίξει για την ακμάζουσα ομογένεια και λέγεται ότι κλήθηκε ειδικά για να παίξει στα γενέθλια του Αμερικανού προέδρου Λίντον Τζόνσον! Στην περιοδεία του στην Αμερική είναι που θα μπει στα αυτιά του περίφημου μουσικού και δεξιοτέχνη της κιθάρας Τζίμι Χέντριξ. Η ταχύτητα και οι αυτοσχεδιασμοί του Χιώτη ήταν πράγματι το κάτι άλλο, με το τραγούδι του «Την έδιωξα κι όμως την αγαπώ» να βρίσκεται στο προσωπικό μουσικό αρχείο του Χέντριξ μετά τον θάνατό του.
υ.γ:Και όχι άδικα…

Ποιος Χέντριξ ρε παιδιά…Χιώτης θεός!!!
Μου αρέσει!Μου αρέσει!
Συγχαρητήρια για την πρωτοβουλία σας!!!
Μου αρέσει!Μου αρέσει!
Ευχαριστούμε
Μου αρέσει!Μου αρέσει!