Το «Μινόρε του Τεκέ» που καθιέρωσε το μπουζούκι στην Ελλάδα

στις

Το «Μινόρε του Τεκέ», το οποίο αποτέλεσε την αφορμή για την καθιέρωση του μπουζουκιού στην Ελλάδα, ηχογραφήθηκε από το Γιώργο Χαλκιά ή Τζακ Γρηγορίου στην Αμερική, προς το τέλος του 1931, ενώ εδώ κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 1932, γνωρίζοντας αμέσως τεράστια επιτυχία. Δίσκος με μπουζούκι είχε ήδη ηχογραφηθεί και στη χώρα μας, το 1931, αλλά πέρασε απαρατήρητος, αφού το βιολί, το σαντούρι, το ούτι, το κανονάκι και το λαούτο κυριαρχούσαν ακόμη στο ρεμπέτικο/λαϊκό τραγούδι.

Η απροσδόκητη όμως επιτυχία του «Μινόρε του Τεκέ», ενεργοποίησε τα αντανακλαστικά των υπευθύνων των δισκογραφικών εταιριών, οι οποίοι άρχισαν να ψάχνουν στους τεκέδες και στις ταβέρνες του Πειραιά, προκειμένου να βρούνε κάτι αντίστοιχο για να το ηχογραφήσουν. Στον Πειραιά, εκείνη την περίοδο, είχε σχηματιστεί  μια κομπανία μουσικών, η οποία έπαιζε με μπουζούκι και με μεγάλη επιτυχία, δικά της τραγούδια ή και τραγούδια παλιότερων συνθετών. Εμβληματική μορφή της παρέας ήταν ο Μάρκος Βαμβακάρης («μαθητής» του Μικρασιάτη δεξιοτέχνη μπουζουκοπαίχτη Νίκου Αϊβαλιώτη), ο οποίος επιλέγεται από την Columbia και μαζί με τους φίλους του Γιώργο Μπάτη, Στράτο Παγιουμτζή και Ανέστη Δελιά («Η Τετράς η Ξακουστή του Πειραιώς»), ηχογραφούν – σε διάστημα ενός έτους – πάνω από είκοσι τραγούδια, με κύριο όργανο το μπουζούκι και θεματολογία «χασικλίδικη».

Η Columbia όμως διστάζει να κυκλοφορήσει το υλικό, φοβούμενη τον αντίκτυπο που θα είχε η υιοθέτηση του μπουζουκιού στην «καλή κοινωνία», όργανο το οποίο ήταν ταυτισμένο με τους «τεκέδες», τα «χασίσια» και τις «παραβατικές συμπεριφορές». Η ανταγωνίστρια Odeon εκμεταλλεύεται άμεσα την αναποφασιστικότητα της Columbia και το 1934 κυκλοφορεί, με τους ίδιους συντελεστές και τα ίδια θεματολογικά χαρακτηριστικά, μια σειρά τραγουδιών, τα οποία γίνονται αμέσως μεγάλες επιτυχίες, σπάζοντας την προκατάληψη και το φόβο που επικρατούσε σχετικά με το μπουζούκι.

Στη συνέχεια, τα επόμενα χρόνια, η θεματολογία εμπλουτίζεται με τραγούδια για τον έρωτα, τη γυναίκα, τη θλίψη και την κοινωνική αδικία (την οποία όμως ακόμη την κατατάσσει στη σφαίρα της μοίρας του ανθρώπου και όχι στις συνθήκες που τη δημιουργούν και την εκτρέφουν. Αυτό θα γίνει αρκετά χρόνια αργότερα). Προς το παρόν, στη λαϊκή ορχήστρα προσθέτονται και άλλα όργανα, εκτός του μπουζουκιού και του μπαγλαμά. Η χρήση της «αργκό» υποχωρεί και αρχίζει σταδιακά να παύει η κοινωνική απομόνωση των φορέων του ρεμπέτικου/λαϊκού τραγουδιού.

Νίκος Καρζής – Αθήνα, 2016

Πηγή: Γ. Τσάμπρας, Το «Ρεμπέτικο» στη δισκογραφία της δεκαετίας του 1930: «περιθώριο» ή καθεστώς;

tvxs

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s