Γράφει η εκπαιδευτικός Μαρία Σαμουρκασίδου
Κοιτώντας τη θάλασσα. Περπατώντας παράλληλά της. Ατενίζοντάς την. Άραγε αν είχε μάτια η θάλασσα τι βλέμμα θα είχε; Τι έκφραση; Μάτια απορίας; Σίγουρα, όμως, μάτια που θα έλεγαν πολλά. Όπως πολλά λένε και οι κουβέντες που δεν λέγονται. Τότε πώς λένε πολλά; (Θα αναρωτιέστε φαντάζομαι).

Σε αυτήν την περίπτωση μιλάει η σιωπή. Αυτή που διαμοιράζεται εκκωφαντικά ανάμεσα σε δυο ανθρώπους που ενώ έχουν να πουν, να εκφραστούν, να μιλήσουν, να συζητήσουν, επιλέγουν τη σιωπή. Σιωπή. Σιωπή. Άπειρα τα γιατί, άπειρες οι απαντήσεις. Άπειρες και οι στιγμές που θα’θελες αυτή τη σιωπή να της δώσεις φωνή. Δεν έγινε εν τέλει ποτέ…

Έχω ακούσει για ανθρώπους που ήθελαν να δώσουν εξηγήσεις και έφυγαν χωρίς καμία διευκρίνιση. Έχω ακούσει για ανθρώπους που ζητούσαν λίγο χρόνο για να απαντήσουν και κρύφτηκαν πίσω από το φόβο τους. Έχω ακούσει για ανθρώπους που νοστάλγησαν αληθινά και άφοβα βλέμματα, αλλά αναζήτησαν και επέλεξαν τις εφήμερες και τις ανορθόδοξες στιγμές. Και όλα αυτά επειδή επέμειναν στη σιωπή…

Παντελώς άγνωστοι άνθρωποι μεταξύ τους, χωρίς παρελθόν, χωρίς συγγένεια συναντιούνται. Χάνονται. Ξαναβρίσκονται. Πορεύονται .Συνεχίζουν .Χωρίζουν. Ξαναβρίσκονται (κλείνω αισιόδοξα όπως βλέπετε). Πέρα από τις σημασιολογίες όμως, η ουσία είναι ότι δεν συγκρίνεται η ευτυχία του να τα έχεις όλα δικά σου με την ευτυχία εκείνου που μοιράζεται με αγάπη το ένα του. Αλλά αυτό το ένα ας το μοιραστεί φωνάζοντάς το. Όχι επιμένοντας στη σιωπή…