Συνέντευξη στην εκπαιδευτικό Μαρία Σαμουρκασίδου
Αναμφίβολα, οι ορισμοί είναι το πιο ακανθώδες φιλοσοφικό πρόβλημα και ο ορισμός της Φιλοσοφίας είναι από μόνος του ένα φιλοσοφικό ερώτημα. Όταν ακούει κάποιος για τη φιλοσοφία συνήθως του φαίνεται περίεργη, αχρείαστη, βαρετή και, ίσως, ελάχιστα ενδιαφέρουσα. Σίγουρα, όμως, δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Η Ομότιμη Καθηγήτρια Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Νικολίτσα Γεωργοπούλου-Λιαντίνη μιλώντας στο Vaterlo χαρακτήρισε τη Φιλοσοφία ως μια συνεχή πορεία, το πεπρωμένο του ανθρώπου στο χρόνο. Η γυναίκα που μοιράστηκε για 26 χρόνια τη ζωή της με τον Πανεπιστημιακό και μεγάλο Δάσκαλο, Δημήτρη Λιαντίνη, επεσήμανε την απουσία σωστής κριτικής άποψης στην ελληνική κοινωνία, υπογράμμισε τις δοκιμασίες που περνά η εκπαιδευτική κοινότητα εδώ και χρόνια, ενώ αναφέρθηκε και στην πικρή διαπίστωση ότι ο πλανήτης μας σε λίγο κινδυνεύει να γίνει ερημικός και ακατάλληλος για κατοικία και στέγη.
Αν σας ζητούσαν να δώσετε μία ερμηνεία της λέξης <<Φιλοσοφία>>, ποια θα ήταν αυτή;
Η Φιλοσοφία σε πρώτο επίπεδο είναι η αυστηρή επιστήμη των αρχών των όντων και βρίσκεται στη βάση όλων των επιστημών. Πορεύεται ευθύγραμμα και όχι κυκλικά, δηλαδή δεν καταντάει σε σύστημα, αξιοποιεί την προγενέστερη γνώση ανεβάζοντας κάθε φορά το λίθο του Σίσυφου που κατρακύλησε και πάλι πιο ψηλά. Αυτό σημαίνει ότι η Φιλοσοφία δεν είναι κατάσταση αλλά «επανάσταση».
Φιλοσοφία σημαίνει μια συνεχή πορεία, το πεπρωμένο του ανθρώπου στο χρόνο, που κρύβει μέσα της τη δυνατότητα βαθύτερης ικανοποίησης, σε υψηλές στιγμές της Φιλοσοφίας την πλήρωση.
Την απάντηση στο ερώτημα για το νόημα της Φιλοσοφίας μπορούμε να τη δώσουμε με πολλές μορφές. Καμιά μορφή δεν εξαντλεί το νόημα και καμιά δεν αποδεικνύεται ως η μοναδική. Σήμερα θα μπορούσαμε ίσως να πούμε, ότι το νόημα της Φιλοσοφίας είναι η θέαση της πραγματικότητας στην πηγή της – να συλλάβει ο φιλόσοφος την πραγματικότητα με τον τρόπο που κατανοεί τον εαυτό του σκεπτόμενος, την εσωτερική δηλαδή πράξη – ο αγώνας για την ανθρώπινη επικοινωνία στο πνεύμα της αλήθειας και οπωσδήποτε η υπομονετική συμπαρακολούθηση και του πιο ξένου ή απαγορευμένου στο λόγο του κάθε φιλόσοφου.
Η αληθινή Φιλοσοφία και όχι η ηχώ της Φιλοσοφίας δεν είναι δυνατόν να κλείσει το περί του όντος ερώτημα, το αριστοτελικό «αεί ζητούμενο και αεί απορούμενο».

Ποια είναι η μεγαλύτερη συνεισφορά της Φιλοσοφίας στον ανθρώπινο πολιτισμό και στην πνευματική καλλιέργεια του ανθρώπου;
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη και μικρότερη, γιατί αυτό εμπίπτει στο χώρο των αξιολογικών κρίσεων, οι οποίες είναι υποκειμενικές.
Η Φιλοσοφία πέρα από το επιστημονικό της μοτίβο χρησιμοποιεί και το καλλιτεχνικό μοτίβο που διαπιστώνεται στην προσπάθεια μιας αρχιτεκτονικής δομής κάθε επιστημονικής κοσμοθεωρίας. Φιλοσοφικές κατακτήσεις και κοσμοθεωρίες δεν είναι απλώς σύνολα σκέψεων αλλά δομημένες ολότητες και καλλιτεχνικά έργα, που πρέπει να παραμένουν όμως ανοιχτά για κάθε νέα εποικοδομή και διεύρυνση. Στη Φιλοσοφία πρέπει να επιδιώκεται η έμπρακτη πραγματοποίηση της γνωσθείσας αλήθειας και αυτό προσδιορίζει το ηθικό μοτίβο της Φιλοσοφίας που αποσκοπεί σε μια συμπεριφορά ανάλογη προς τη θεωρία της και αγωνίζεται για μια υπεύθυνη επέμβαση στον κόσμο.
Η αρχαία Ελληνική Φιλοσοφία μας έχει αποδείξει, κυρίως με τον Πλάτωνα, ότι Τέχνη και Φιλοσοφία, εν προκειμένω ο ποιητικός λόγος, ταυτίζονται και συνεννοούνται στο στόχο κοινής προσπάθειας κατανόησης του ανθρώπου. Είναι η αίσθηση ομορφιάς που διαμόρφωσε γενικότερα την ιδιομορφία του ελληνικού πνεύματος και το ξεχώρισε αναλλοίωτα από το στοχασμό και τα πνευματικά αθλήματα άλλων λαών της αρχαιότητας. Η ελληνική Φιλοσοφία έμαθε στον καλλιτέχνη γλύπτη ότι μορφή σημαίνει όρια και προϋποθέτει την αναγνώριση του ελέγχου, σημαίνει λογική πειθαρχία και λογική παραδοχή, ανθρώπινα όρια, και εδώ βρίσκεται το θαύμα της ελληνικής γλυπτικής. Με τέτοιο νόημα σαν αντίκρισαν οι Έλληνες το Δία του Φειδία στην Ολυμπία αναρωτήθηκαν, εάν ο θεός κατέβηκε στους ανθρώπους για να παρουσιαστεί στο γλύπτη ή ο καλλιτέχνης ανέβηκε στον Όλυμπο για να αντικρύσει το θεό.

Για πολλά χρόνια διδάξατε σε πανεπιστημιακά αμφιθέατρα. Σήμερα η εκπαιδευτική κοινότητα δοκιμάζεται από πολλά. Οι διαφοροποιήσεις που λαμβάνουν χώρα στον τρόπο διδασκαλίας την αποπλαισιώνουν από το ρόλο της;
Στην Ελλάδα μας δυστυχώς η εκπαιδευτική κοινότητα δεν δοκιμάζεται μόνον σήμερα. Δοκιμάζεται τις τελευταίες δεκαετίες συνέχεια σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης. Κάθε κυβέρνηση φέρει νέους νόμους π.χ. για την ανώτατη εκπαίδευση ή την μέση, κυρίως στο σύστημα εισαγωγής στα Πανεπιστήμια. Νομίζω ότι η Ελλάδα πρωτοτυπεί σε αυτόν τον τομέα. Το προηγούμενο ακυρώνεται μετά από κάθε 2-3 χρόνια, κάποτε εκ θεμελίων λόγω παντελώς διαφορετικής ιδεολογίας των κυβερνώντων ή κάποιων άλλων σκοπιμοτήτων. Δεν γνωρίζω, αν αυτό απαντά σε άλλη χώρα. Γνωρίζω βαθύτατα το γερμανικό εκπαιδευτικό σύστημα, το οποίο έχω και υπηρετήσει για χρόνια στη Γερμανία. Οι αλλαγές εκεί συμβαίνουν πολύ αργά και αφού έχει για πολλά χρόνια δοκιμαστεί το ισχύον σύστημα. Δεν επηρεάζεται ο χώρος της παιδείας από κομματικές ιδεοληψίες.
Ως προς το δεύτερο σκέλος της ερώτησής σας έχω πολύ προβληματιστεί και είμαι σκεπτική. Θεωρώ ότι αναφέρεσθε στη νέα μορφή ηλεκτρονικής διδασκαλίας. Δεν την απορρίπτω τελείως, αλλά δεν μπορώ να δεχθώ να αντικατασταθεί με αυτήν η φυσική παρουσία των μαθητών στη σχολική αίθουσα και το σχολικό περιβάλλον. Για στιγμές όμως ύψιστης ανάγκης, όπως αυτής που βιώσαμε ή βιώνουμε, δεν μπορούμε παρά να αποδεχθούμε τα επιτεύγματα της σύγχρονης τεχνολογίας.
Η κοινωνία είναι οπλισμένη με σωστή κριτική άποψη ώστε να δεχθεί αυτήν την τεχνολογική ακμή και με ποιο τρόπο θα διαχειριστεί η νέα γενιά την εκθετική αυξανόμενη διαθέσιμη γνώση;
Είμαι κατηγορηματική στην απάντηση: Όχι: η ορθολογική κριτική και ο κριτικός συλλογισμός είναι σπάνιο ζητούμενο στην πλειονοψηφία των πολιτών. Δυστυχώς ο σημερινός άνθρωπος αναζητά τη θήρα της ευκολίας, γι’ αυτό και αισθάνεται εύκολα και γρήγορα δυστυχής. Την εκθετική αυξανόμενη γνώση, όπως την ονομάζετε, νομίζω θα την διαχειριστεί μόνο ωφελιμιστικά – υλικά, αφού δεν θα έχει διέλθει και δεν θα έχει αντέξει τις ωδίνες της γέννησης του μορφωτικού γεγονότος. Το αποτέλεσμα θα είναι σίγουρα ατελές, σίγουρα τραυματικό και παράμορφο, για να χρησιμοποιήσω ποιοτικούς προσδιορισμούς από το βιβλίο του Λιαντίνη «HOMO EDUCANDUS. Φιλοσοφία της αγωγής» (σ. 30).

Στο βιβλίο σας <<Ηθική της Οικολογικής Συνείδησης>> τονίζετε την απληστία του ανθρώπου να κατακτήσει τη φύση. 25 χρόνια μετά, δεν έχει αλλάξει τίποτα, αλλά αντιθέτως συνεχίζονται οι μυωπικές τακτικές με περιβαλλοντικά νομοσχέδια υπογράφοντας την αυτοκαταστροφή μας. Γιατί συμβαίνει αυτό;
Αρχικά επιτρέψατέ μου να σας γνωρίσω, ότι το εν λόγω βιβλίο μου είναι η πρώτη μελέτη για θέματα οικολογίας που δημοσιεύτηκε στην Ελλάδα και είμαι η δημιουργός του όρου «Οικολογική Συνείδηση» που ευρύτατα έκτοτε χρησιμοποιείται.
Δυστυχώς δεν έχει αλλάξει απολύτως κάτι. Ο πολυσπάταλος άνθρωπος δυστυχώς εξακολουθεί να αδιαφορεί για τη διατάραξη της κοσμικής ισορροπίας, συνεχίζει να εκβιάζει τη σκοπιμότητα της φύσης και έφθασε σήμερα να βιώνουμε εκείνο που γράφω στο οπισθόφυλλο του βιβλίου μου: « Εκείνο που (ο άνθρωπος) θεώρησε ως θρίαμβο οδήγησε στην πικρή διαπίστωση ότι ο πλανήτης μας σε λίγο κινδυνεύει να γίνει ερημικός και ακατάλληλος για κατοικία και στέγη του πλέον ευφυούς και ευγενικού του κατοίκου».
Άλλοτε ο άνθρωπος έκανε το κακό και τον βασάνιζε το αίσθημα της ενοχής. Πλέον κάνει το κακό, χωρίς τύψεις. Πού οφείλεται αυτή η ατροφία συναισθημάτων του;
Προσωπικά δεν θα το γενίκευα. Και το ηθικά καλό και κακό και οι τύψεις ενοχής εξακολουθούν να υπάρχουν στους ανθρώπους. Υπάρχουν και οι ξεχωριστοί στο καλό, όπως υπάρχουν και οι ξεχωριστοί στο κακό. Έτσι ήταν πάντα, από τότε που ο άνθρωπος οργανώθηκε σε κοινωνίες. Απλά σήμερα στο πληθυντικό και πολιτισμικό περιβάλλον που ζούμε και με τα μέσα της σύγχρονης ιντερνετικής επανάστασης έχουμε τη δυνατότητα να πληροφορούμεθα γρήγορα το κακό. Δυστυχώς το καλό σπάνια το μαθαίνουμε!
Ζήσατε μαζί με έναν άνθρωπο ξεχωριστό. Αυτήν την περίοδο τα λόγια και το έργο του Πανεπιστημιακού Δασκάλου, Δημήτρη Λιαντίνη, είναι επίκαιρα όσο ποτέ. Τι θα έλεγε ο μεγάλος αυτός Δάσκαλος για όλα όσα συμβαίνουν γύρω μας;
Για το Λιαντίνη που μοιραστήκαμε τις ζωές μας για 26 χρόνια θα σας απαντήσω με μια μόνο πρόταση:
Με απόκοσμη περηφάνια, πόνο και μελαγχολία κυλάει από το μάτι του το δάκρυ του μεγάλου μας προσωκρατικού Ηράκλειτου.

INFO
H Νικολίτσα Γεωργοπούλου-Λιαντίνη διετέλεσε τακτική Καθηγήτρια του Πανεπιστημίου του Μονάχου από το 1996 μέχρι το 1998. Έχει διατελέσει 5 χρόνια Πρόεδρος του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας και 15 χρόνια Διευθύντρια του Τομέα Θρησκειολογίας-Φιλοσοφίας και Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Επίσης 8 χρόνια μέλος του Οικονομικού Συμβουλίου και 6 χρόνια μέλος της Επιτροπής ερευνών του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Reblogged στις Greek Canadian Literature.
Μου αρέσει!Μου αρέσει!