Πώς θα διαχειριζόταν τα παιδιά ένας expert στις διαπραγματεύσεις

στις

Αν κάτι έχουν κοινό οι διαπραγματεύσεις είναι ότι η κάθε πλευρά έχει την επιλογή να αποχωρήσει. Δεν σου αρέσουν οι όροι που θέτει ο προμηθευτής σου; Αποχωρείς από τη συνεργασία και βρίσκεις άλλον. Κι όμως, σε καθημερινή βάση πολλοί άνθρωποι βρίσκονται στο ίδιο τραπέζι διαπραγματεύσεων με κάποιον που δεν μπορούν ούτε να εγκαταλείψουν, ούτε να αντικαταστήσουν: Τα παιδιά τους.

Πώς μπορεί ένας γονέας να διαχειριστεί αυτές τις τόσο τεταμένες συζητήσεις στις οποίες ο μικρός ομόλογός του θεωρεί στρατηγικό να αντιδρά με απόλυτη ανυπακοή; Η απάντηση έρχεται από καθηγητή της Σχολής Διοίκησης Επιχειρήσεων του Χάρβαρντ με 25ετή πείρα στη διδασκαλία των αρχών διαπραγμάτευσης…

Μία τακτική που προτείνει ο Καθηγητής Michael Wheeler είναι η προσεκτική δομή των επιλογών που παρουσιάζουμε στα παιδιά μας. “Φανταστείτε μία κατάσταση κατά την οποία πρέπει να φύγετε από το σπίτι, αλλά το παιδί αρνείται πεισματικά να συνεργαστεί. Αντί να προσπαθείτε να το πείσετε να μπει στο αυτοκίνητο, μπορείτε να πείτε κάτι σαν: “Είναι ώρα να φύγουμε αλλά όταν φτάσουμε, θα κάνουμε κάτι ξεχωριστό για πέντε λεπτά. Απλά σκέψου τι θέλεις να είναι αυτό.”

Το δέλεαρ το επιλέγετε εσείς – το βασικό είναι να επιτρέψετε στο παιδί να νιώσει ότι έχει λόγο σε κάποιο μέρος της απόφασης. Όπως υποστηρίζει ο Wheeler, με αυτόν τον τρόπο τα παιδιά δεν νιώθουν τόσο έντονα την επιβολή της απόφασής σας.

Όσο χρήσιμη τακτική κι αν είναι η διαπραγμάτευση με αντάλλαγμα (“Θα σου δώσω αυτό αν κάνεις εκείνο”) , απαιτεί προσοχή. Για να επισημάνει τον κίνδυνο, ο Wheeler αφηγείται ένα – πιθανότατα πλασματικό – περιστατικό μεταξύ του Πρώην Προέδρου των ΗΠΑ, Richard Nixon, και του τότε Συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας, Henry Kissinger:

“Ο Kissinger παρακολουθούσε κάποτε τον Nixon να προσπαθεί να κατεβάσει τον σκύλο του από την καρέκλα του γραφείου του, καλοπιάνοντάς τον με μία λιχουδιά. Ο Kissinger τότε παρενέβη λέγοντας στον Nixon ότι με αυτή την τακτική, ο σκύλος δεν μάθαινε ότι δεν έπρεπε να ανεβαίνει στην καρέκλα αλλά ότι αν ανεβαίνει στην καρέκλα, θα παίρνει λιχουδιά για να κατέβει.”

Άσχετα με το αν αυτή η ιστορία είναι αποκύημα της φαντασίας του ή όχι, αυτό που προσπαθεί να επισημάνει ο Wheeler μέσω αυτής είναι ότι ως γονείς, πρέπει να είμαστε προσεκτικοί να μην δημιουργούμε άθελά μας κίνητρο για τη συμπεριφορά που θέλουμε να αποτρέψουμε.

Αυτή είναι μία άποψη με την οποία συμφωνεί απόλυτα η βραβευμένη (με το Independent Publisher Book Award for Parenting) συγγραφέας βιβλίων που αφορούν την ανατροφή των παιδιών, Wendy Thomas Russell. “Μία τέτοιου τύπου διαπραγμάτευση διδάσκει στα παιδιά να συνεργάζονται μόνο όταν έχουν κάτι να κερδίσουν, και όχι επειδή είναι καλό να βρίσκουν λύσεις που εξυπηρετούν τους πάντες.”

Η μόνη διόρθωση της Russell σε ότι αφορά την τακτική που προτείνει ο Καθηγητής Wheeler είναι ότι το στοιχείο της επιλογής θα μπορούσε να δοθεί την ίδια στιγμή, αντί για μετά. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει: “Στην υποθετική κατάσταση του κ. Wheeler, ένας γονέας θα μπορούσε να πει στο παιδί που αρνείται να πάει μέχρι το αυτοκίνητο: “Είναι ώρα να φύγουμε. Θέλεις να σε πάρω στους ώμους μου ή να σε παραβγώ μέχρι το αυτοκίνητο;” Αντίστοιχα, στην περίπτωση που ένα παιδί αρνείται να ντυθεί, μπορείτε να το ρωτήσετε αν θέλει να διαλέξει μόνο του τα ρούχα που θα φορέσει.

Άσχετα με τις λεπτομέρειες της διαπραγμάτευσης, ο Wheeler συμβουλεύει τους γονείς να κάνουν ένα βήμα πίσω και να σκεφτούν προσεκτικά τη διαδικασία. “Τα συμβαλλόμενα μέρη μίας διαπραγμάτευσης διαρκώς επαναπροσδιορίζουν τους όρους τους – πολλές φορές έμμεσα. Ως γονείς, οφείλετε να το συζητάτε αναλυτικά και απερίφραστα.”

Για παράδειγμα, όταν ένα παιδί αρνείται κατηγορηματικά να κάνει κάτι, ίσως να είναι προτιμότερο να κάνετε μία συζήτηση μαζί του αντί να ασχοληθείτε με τις αρνήσεις του. Πάνω σε αυτό, ο Wheeler κάνει αναφορά σε έναν συνάδελφό του στο Χάρβαρντ, ο οποίος σε μία συζήτηση για τις διαπραγματεύσεις για ειρήνη μεταξύ της κυβέρνησης της Κολομβίας και των Επαναστατικών Ενόπλων Δυνάμεων είχε πει ότι η απάντηση που αρμόζει στα τελεσίγραφα είναι η αδιαφορία“Αν ρωτήσεις κάποιον: “Πραγματικά το εννοείς;” θα σου απαντήσει “Ναι”. Κάτι που θα κάνει το παιδί ακόμα πιο αδιάλλακτο.”

Αντί για αυτήν την προσέγγιση, ο Wheeler θεωρεί πιο σωστή αντίδραση από έναν γονέα να πει, “Ίσως έτσι να νιώθεις τώρα, αλλά ας μιλήσουμε λίγο για αυτά που έχουμε ήδη καταφέρει μαζί.” Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε μία συζήτηση γύρω από το πόσο έχετε προοδεύσει στις μεταξύ σας διαπραγματεύσεις ή γύρω από προηγούμενες συμφωνίες που έχετε κάνει. “Με αυτόν τον τρόπο μετατοπίζετε το βάρος από το φλέγον ζήτημα της άρνησης στη διαδικασία της διαπραγμάτευσης.”

Με την ίδια λογική, η Russell προτείνει να προσπαθείτε να κατανοήσετε γιατί το παιδί είναι ανυπάκουο. Όπως λέει, οι πιθανότητες είναι πολλές: Το παιδί μπορεί να αρνείται να υπακούσει επειδή το αίτημα είναι απλά παράλογο (“Δεν μπορείς να περιμένεις από ένα δίχρονο να μοιράζεται τα πράγματά του”), επειδή δεν καλύπτονται οι συναισθηματικές ανάγκες του (“Τα παιδιά συχνά στερούνται προσοχής, παιχνιδιού, ή και ισχύος”), ή επειδή είναι σε μία ηλικία που είναι απόλυτα υγιές να διεκδικεί το δικαίωμα της αυτενέργειάς του.

“Τα παιδιά έχουν κάθε δικαίωμα να διαμαρτύρονται για τους περιορισμούς ή τις προσδοκίες των γονιών τους,”εξηγεί. “Σε αυτές τις περιπτώσεις, η διαπραγμάτευση προς αμοιβαία συμφωνία είναι ο άσσος στο μανίκι μας.”Ένα σημαντικό στοιχείο σε αυτές τις διαπραγματεύσεις είναι η κατανόηση – “να επιτρέπουμε στους εαυτούς μας να συμμερίζονται τα συναισθήματα των παιδιών μας” – χωρίς να συμφωνούμε, να διαφωνούμε, να βάζουμε κάτω τη λογική, ή να προσπαθούμε να τους ανεβάσουμε τη διάθεση“Τα παιδιά μπορούν να διαπραγματευθούν μόνο σε ήρεμο κλίμα,” τονίζει η Russell.

Η συμμετοχή των παιδιών στη λήψη αποφάσεων μπορεί να τα βοηθήσει να γίνουν πιο ανεξάρτητα, αντί για πιο υπάκουα. Όπως επισημαίνει η Καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Point Park του Πίτσμπουργκ, Sharna Olfman, “Τα νήπια μπορούν να αποφασίσουν αν θα προτιμούσαν να φάνε αχλάδι ή μήλο για επιδόρπιο. Ένα παιδί του δημοτικού είναι έτοιμο να συμμετάσχει στην επιλογή των εξωσχολικών δραστηριοτήτων του.”

Και από τη στιγμή που τα παιδιά μπορούν να ακούν και να μιλούν, είναι καλό να ακούνε το σκεπτικό πίσω από τα πράγματα που οι γονείς τους θεωρούν σημαντικά. Για παράδειγμα, αν οι γονείς απαντούν στο “Γιατί;” των παιδιών τους με ένα “Επειδή το λέω εγώ”, το μήνυμα που μεταδίδουν είναι ότι πρόκειται για μία αυθαίρετη απαίτηση και το μόνο επιθυμητό αποτέλεσμα είναι η υπακοή.

Για να φτάσει μία διαπραγμάτευση στο επιθυμητό αποτέλεσμα, το ιδανικό είναι να διαπραγματεύεστε με κάποιον που γνωρίζει τα συμφέροντά του και που έχει έναν μεγάλο βαθμό αυτογνωσίας. Κανένα από αυτά τα δύο δεν είναι το φόρτε των παιδιών. Είναι εκπληκτικό το πόσο ευφυή είναι τα παιδιά, ακόμα κι όταν δεν έχουν αναπτύξει καν την ικανότητα του λόγου, αλλά υπάρχουν πολλά πράγματα που αδυνατούν να καταλάβουν – και αυτό είναι απόλυτα φυσιολογικό. Τα παιδιά μπορεί να μην είναι η ιδανική αντίπαλη πλευρά σε μία διαπραγμάτευση, αλλά – από την άλλη – σάμπως είναι οι ενήλικες;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s