Συνέντευξη στην εκπαιδευτικό Μαρία Σαμουρκασίδου
Είναι Εκπαιδεύτρια γονέων και Εκπαιδευόμενη Ειδικός θεραπευτικού παιχνιδιού. Δουλεύει με γονείς είτε με ατομικές συναντήσεις με φυσική παρουσία ή διαδικτυακά είτε με ομάδες γονέων. «Ο στόχος μου είναι να ενδυναμώσω τους γονείς δίνοντας τους εργαλεία σύμφωνα με τη Θετική διαπαιδαγώγηση ώστε να μπορούν να επικοινωνούν με τα παιδιά τους με σεβασμό και αυθεντικότητα λαμβάνοντας πάντα υπόψη τις μοναδικές ανάγκες της κάθε οικογένειας», τονίζει η κυρία Φιλιώ Κατσαρού μιλώντας στο Vaterlo επισημαίνοντας ωστόσο ότι δε δίνει μια συνταγή για να «δουλέψουν» τα πράγματα αλλά προσπαθεί ακούγοντας το γονιό να τον βοηθήσει να βρει αυτό που χρειάζεται η δική του οικογένεια αφουγκραζόμενος τόσο τις ανάγκες του παιδιού όσο και τις δικές του.
Η κυρία Κατσαρού αναφέρει ότι το θεραπευτικό παιχνίδι βασίζεται στις αρχές της παιγνιοθεραπείας και πως και η ίδια με μη-κατευθυντικό τρόπο δουλεύει μέσα από το παιχνίδι με παιδιά που έχουν κάποιες συναισθηματικές δυσκολίες ή κάποια προβλήματα συμπεριφοράς. «Ουσιαστικά στόχος είναι να δημιουργήσω μια συνθήκη όπου το παιδί βιώνει αποδοχή και ενσυναίσθηση με ένα έναν αυθεντικό τρόπο. Μέσα σε αυτή τη συνθήκη το παιδί θα αισθανθεί ασφάλεια να επεξεργαστεί οτιδήποτε το δυσκολεύει και να βρει τους δικούς του τρόπους επίλυσης», εξηγεί η κυρία Κατσαρού.
Οι γονείς σήμερα ,ανήσυχοι όσο ποτέ, ενημερώνονται για το τι επιλογές θα κάνουν ώστε να δώσουν στα παιδιά τους τα εφόδια για μια ευτυχισμένη ζωή. Στα σεμινάρια παρουσιάζετε τις αρχές της Θετικής Διαπαιδαγώγησης. Ποιες είναι οι διαφορές της με τις παλιότερες προσεγγίσεις ανατροφής;
Η θετική διαπαιδαγώγηση καλεί το γονιό να αφήσει τον εξουσιαστικό του ρόλο, χωρίς να αποποιηθεί το ρόλο του ενήλικα άρα και συχνά καθοδηγητή μέσα στη σχέση με το παιδί μας. Όταν κάτι προκαλεί φόβο, πόνο, ντροπή ή ενοχή στο παιδί δεν είναι θετική διαπαιδαγώγηση, μέσα τα οποία χρησιμοποίησαν κατά κόρον πολλές παλιότερες προσεγγίσεις.
Η θετική διαπαιδαγώγηση ζήτα από το γονιό να λάβει υπόψη του τις αναπτυξιακές ανάγκες του παιδιού, να μπορεί να μπει στη θέση του και να φανταστεί πώς νιώθει το παιδί. Ο γονιός γίνεται το μοντέλο των συμπεριφορών που θέλει να εμπνεύσει στο παιδί του καθώς του δίνει και τα αντίστοιχα εργαλεία.
Όσο μικρότερο σε ηλικία είναι ένα παιδί τόσο πιο σημαντικό είναι να ανταποκρινόμαστε στις ανάγκες του. Από την άλλη πόσο δύσκολο είναι για το γονιό να διαχωρίσει την κάλυψη της πραγματικής ανάγκης από τη λογική του «μην του χαλάσω το χατίρι»;
Η λογική του «μη χαλάσω το χατίρι» θέτει εξαρχής το παιδί απέναντι μας νομίζω. Είναι σημαντικό ο γονιός να γνωρίζει αναπτυξιακά τι χρειάζεται ένα παιδί, γιατί συχνά θυμώνουμε με τα παιδιά μας για πράγματα που αναπτυξιακά έχουν ανάγκη, όπως για παράδειγμα όταν ένα δίχρονο δε θέλει να μοιραστεί το παιχνίδι του.
Το πιο δύσκολο πιστεύω για μας τους γονείς είναι να αντιληφθούμε τα δικά μας όρια. Να αναρωτηθούμε πότε και για ποιο λόγο λέμε όχι, να αναρωτηθούμε πότε το όχι γίνεται ναι και γιατί. Εκεί είναι και η απάντηση.
Συχνά λέμε όχι γιατί απλά δε λειτουργούμε έτσι στον ενήλικο κόσμο, ενώ στη πραγματικότητα δε μας δημιουργεί κάποιο πρόβλημα αυτό που ζητά το παιδί. Τα πολλά όχι δημιουργούν και αντίστοιχη αντίσταση συνεργασίας από το παιδί.
Από την άλλη συχνά λέμε ένα όχι το οποίο γίνεται ναι γιατί απλά δε θέλουμε την γκρίνια ή το κλάμα του παιδιού. Αυτό δε βοηθά το παιδί. Γι’ αυτό λέω να κρατήσουμε μόνο τα απαραίτητα όχι, ώστε να μπορούμε να υποστηρίξουμε τα πραγματικά.
Δε θα ήθελα να παρεξηγηθώ με αυτό που συχνά ακούμε: «το όχι να είναι όχι πάντα». Είμαι υπέρ του να αλλάζει και γνώμη ο γονιός αν όντως πειστεί ότι η αρχική απόφαση που πήρε δεν ήταν η κατάλληλη. Αυτό δίνει και ένα ωραίο μοντέλο στο παιδί, ενός ανθρώπου που ακούει, που δε φοβάται να παραδεχτεί το λάθος του και να αλλάξει γνώμη.
Αυτό που σίγουρα δε βοηθάει είναι όταν το όχι γίνεται ναι ή είναι από την αρχή ένα ναι το οποίο κρύβει φόβο ή παραίτηση του γονιού. Φόβο ότι δεν είμαι καλός γονιός όταν το παιδί μου κλαίει, φόβο για μια ενδεχόμενη αντιπαράθεση με το παιδί ή παραίτηση από τον ίδιο του τον εαυτό ότι δε θα είναι σε θέση να διαχειριστεί τη ματαίωση του παιδιού του ή παραίτηση από το παιδί του και έτσι απλά λέει ναι σε όλα προσπαθώντας απλά να αποφύγει την κατάσταση.
Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που φράσεις όπως «το μωρό μου, το παιδάκι μου, το καημένο μου» και άλλα πολλά παρόμοια ακολουθούν τα παιδιά και μετά την… ενηλικίωσή τους. Γιατί δυσκολεύονται οι Έλληνες γονείς να δουν τα παιδιά τους ως ολοκληρωμένους ανθρώπους από μικρή ακόμα ηλικία;
Νομίζω δεν μπορούμε να δώσουμε μια απλή απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα. Ένας πρώτος λόγος είναι νομίζω η έλλειψη εκπαίδευσης. Κανείς δε μας έχει προετοιμάσει για το ρόλο αυτό, κάτι που θα μπορούσε να ξεκινά και από το σχολείο ακόμα.
Από την άλλη δεν μπορούμε να παραβλέψουμε τη δύναμη των προσωπικών μας βιωμάτων και πώς αυτά τα αναπαράγουμε στα παιδιά μας. Αν ο γονιός όταν ήταν παιδί δε εισέπραττε σεβασμό και αποδοχή για αυτό είναι και εμπιστοσύνη στο ότι είναι ένα ικανό πλάσμα που μπορεί να αναλαμβάνει ευθύνες για τον εαυτό του ανάλογα με την ηλικία του (όπως το 3χρονο που του δίνεται η δυνατότητα να διαλέξει τα ρούχα του, το 7χρονο να επιλέξει τη δραστηριότητα που θέλει και το 17χρονο τη σχολή που επιθυμεί να ακολουθήσει) τότε θα είναι δύσκολο να το κάνει στο παιδί του εκτός κι αν φροντίσει πρώτα το δικό του εσωτερικό παιδί.
Έχετε χαρακτηρίσει σε άρθρο σας τους παιδότοπους ως χώρους κακόγουστους με την αισθητική του πλαστικού κλουβιού που πέρα από ανθυγιεινοί είναι και επικίνδυνοι. Αυτή η τάση να πηγαίνουμε τα παιδιά σε τέτοιους χώρους, τα κοινωνικοποιεί, όπως πολλοί γονείς νομίζουν ή τελικά τα απομονώνει;
Η αλήθεια είναι πως το άρθρο αυτό γράφτηκε πριν αρκετά χρόνια και με μια πιο σκληρή γλώσσα που τώρα δε θα χρησιμοποιούσα ξανά. Από τότε που γράφτηκε το άρθρο έχουν δημιουργηθεί και νέοι χώροι με άλλη αισθητική και διαφορετική φιλοσοφία και αυτό είναι πολύ ενθαρρυντικό.
Προσωπικά όμως δε νομίζω πως ο στόχος των παιδότοπων είναι τόσο η κοινωνικοποίηση των παιδιών όσο η κοινωνικοποίηση των γονιών, χωρίς αυτό να είναι απαραίτητα και μεμπτό. Ωστόσο νομίζω ότι η πραγματική κοινωνικοποίηση γίνεται στην πραγματική κοινωνία, εκεί όπου συνυπάρχει το παιδί με τον ενήλικα, το μωρό και τον ηλικιωμένο, σε χώρους που δεν είναι «εξειδικευμένοι για παιδιά» αλλά σε χώρους που συμπεριλαμβάνουν και τα παιδιά.
Πάντως για να κλείσω το συγκεκριμένο θέμα, αν και προσωπικά δε συχνάζω σε πολλούς παιδότοπους, θεωρώ ότι μπορεί με ένα τρόπο να λειτουργεί ακόμα και βοηθητικά για ένα παιδί (εκτονώνοντας ενέργεια) ή και για ένα γονιό (πίνοντας ήσυχα ένα καφέ) και αυτό να βοηθήσει τελικά και τη μεταξύ τους σχέση φεύγοντας από εκεί.
Παρά το γεγονός ότι η εποχή μας εξελίσσεται, οι νέοι γονείς είναι ενημερωμένοι για πολλές αλλαγές στον τρόπο σκέψης και ζωής, πολλά παιδιά έχουν το φόβο να μιλήσουν ανοιχτά στο γονιό τους για τις σεξουαλικές τους επιλογές, όταν αυτές μάλιστα είναι ομοφυλοφιλικές. Πόσο δύσκολο είναι αυτή η αποδοχή από την πλευρά του γονέα;
Με δυσκολεύει κάπως αυτή η ερώτηση γιατί νομίζω το θέμα της σεξουαλικής προτίμησης δεν το βιώνουν όλοι οι γονείς με τον ίδιο τρόπο. Ξέρω γονείς που όντως θα δυσκολεύονταν και πολύ πιθανόν να μην αποδέχονταν δυστυχώς τελικά το παιδί, ξέρω γονείς που θα δυσκολεύονταν αλλά θα βάζανε τελικά σε προτεραιότητα το παιδί τους και θα το στήριζαν και ξέρω και γονείς που δε θα είχαν δυσκολία στην αποδοχή αυτού.
Ωστόσο νομίζω πως κάθε γονιός έχει κάποια κομμάτια με τα οποία θα χρειαστεί να έρθει αντιμέτωπος και να δει αν θα επιλέξει να είναι με το παιδί του ή απέναντι. Για κάποιον η ομοφυλοφιλία, για άλλον το να μη σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο, για άλλον το να χωρίσει αφού παντρευτεί, το να καπνίζει και μπορώ να παραθέσω άπειρα ακόμα παραδείγματα.
Εκεί ο γονιός έχει μια μεγάλη ευκαιρία να διευρύνει τα όρια του, να διαχωρίσει τις αξίες και τις προτιμήσεις του από αυτές του παιδιού και να ορίσει τι έχει τελικά προτεραιότητα. Εύκολο δεν είναι σίγουρα, αλλά θα είναι λυτρωτικό για το παιδί μας και πιστεύω βαθιά απελευθερωτικό και για μας τους ίδιους.
Ποιο είναι το πιο ιδιαίτερο ή περίεργο ερώτημα που σας θέτουν οι γονείς στις συναντήσεις;
Δεν μπορώ να ανακαλέσω κάτι περίεργο, αλλά η κύρια αίσθηση είναι πως συχνά οι γονείς ζητάνε από κάποιον «ειδικό» να τους πει τι να κάνουν ακριβώς με τα παιδιά τους, ζητάνε μια έτοιμη λύση. Και αυτό που συνηθίζω να απαντώ είναι πως δεν θα ήταν από οξύμωρο ως υποκριτικό να σας προτρέπω να αφήνετε τα παιδιά σας να βρίσκουν αυτά τη λύση στα δικά τους προβλήματα και εγώ να δίνω έτοιμες λύσεις στα δικά σας;
Ευτυχώς ή δυστυχώς (μάλλον ευτυχώς) δεν υπάρχει μια λύση που να κάνει σε όλους.
Εν τέλει, γονιός γεννιέσαι ή γίνεσαι;
Χμμ αποφεύγω τα διλήμματα πλέον οπότε θα πω πως η γονεϊκότητα είναι μια δυναμική διαδικασία γιατί περιλαμβάνει ανθρώπους, ανάγκες και συναισθήματα. Δεν είναι σίγουρα ένα project, δε νομίζω ότι υπάρχει ένα τέλος που πρέπει να φτάσουμε. Είναι μια διαδρομή που μπορούμε τελικά να απολαύσουμε ακόμα και μέσα από τις προκλήσεις που παρουσιάζονται συχνά, δοκιμάζοντας, μαθαίνοντας, κουβαλώντας και προσφέροντας αυτά που έχουμε ο καθένας μας και εξελίσσοντας οι ίδιοι τους εαυτούς μας.
Δεν ξέρω δηλαδή αν γεννιέσαι ή αν γίνεσαι, εμένα προσωπικά η κόρη μου με ένα τρόπο με «ξαναγέννησε» και μου έδωσε την ευκαιρία να γίνομαι αυτό που τελικά είμαι.




