«Το θέρο και τ’ αλώνια» – Ματιές ασπρόμαυρες και βλέμματα ζωντανά μιας άλλης εποχής

στις

Άρθρο του Βάιου Μαυρίδη

«Τα γεννήματα ωρίμασαν, χοντρά και ψωμωμένα φέτο, του Μάρτη και του Απρίλη τα νερά, στο γεωργό με τα πολλά σπαρμένα δίνουν χαρά…»
Ο λαός μας ονομάζει τον Ιούνιο θεριστή και τον Ιούλιο αλωνάρη. Δεν είναι τυχαίο, τα παλιά χρόνια οι εργασίες του θερισμού και του αλωνίσματος του σιταριού, λόγω της βαριάς χειρωνακτικής φύσης τους, διαρκούσαν σχεδόν δυο μήνες, οπότε μεγάλο τμήμα του καλοκαιριού «έφευγε» σε αυτή τη δουλειά. Στα «μεγάλα» χωράφια, που βρισκόταν μακριά από το χωριό, οι αγρότες διανυκτέρευαν εκεί τα βράδια, δε μπορούσαν κατάκοποι να επιστρέψουν και την άλλη μέρα από τα αξημέρωτα να κινήσουν για τον αγρό. Μάλιστα το κάθε ένα από αυτά, εκτάσεως 16,22, 28 στρεμμάτων, ανάλογα με τον κλήρο, είχε πάντα και μια μεγάλη αγριοαχλαδιά (τσορτύκι), την οποία κυρίως χρησιμοποιούσαν για τον ίσκιο της. 

Το θέρισμα γινόταν με το δρεπάνι, μάλιστα οι θεριστές φορούσαν στα χέρια κάτι μεταλλικά δαχτυλίδια (χειρολάχτια), σαν γάντια, τα οποία προστάτευαν από πληγές και τους βοηθούσαν να δουλεύουν ταχύτερα. Το αλώνισμα γινόταν με το τουκάνι (δουκάνη ή αλοκάνη). Απλώνονταν τα θερισμένα στάρια στο πέτρινο αλώνι και περνούσε από πάνω το άλογο, σέρνοντας το τουκάνι και έχοντας επάνω σε αυτό το χειριστή, ο οποίος πίεζε με το βάρος του αλλά ταυτόχρονα οδηγούσε και το ζώο. Το αλώνι ήταν στρωμένο με πέτρες ενώ κοφτερές πέτρες είχε και το τουκάνι στην κάτω πλευρά του, που βοηθούσαν στον ευκολότερο διαχωρισμού σταριού και σταχυού. Στη συνέχεια ακολουθούσε το βόρισμα, με τη βοήθεια του ανέμου(διαχωρισμός σταριού από τα στάχυα) και το γέμισμα του «πολύτιμου» καρπού στα πάνινα σακιά. Όλη η διαδικασία ήταν ιερή γιατί, ουσιαστικά ήταν η περίοδος, που θα πληρώνονταν οι κόποι της χρονιάς από τη συγκομιδή αλλά θα γέμιζαν και τα σπιτικά με τις απαραίτητες προμήθειες για τον βαρύ χειμώνα που θα ακολουθούσε.

Άλλωστε δεν είναι τυχαία η έκφραση: θα πληρωθείς στ’ αλώνια! Πέρα από το σιτάρι καλλιεργούνταν κριθάρι, βρώμη, βίκος και άλλα σιτηρά. Μάλιστα μετά το πέρας των εργασιών στηνόταν γλέντια στα αλώνια, όπου χορεύονταν ο παραδοσιακός καππαδόκικος χορός «χαρμάν γιερί» αφιερωμένος σε αυτήν την εργασία. Οι χορευτές ήταν κυκλικά γύρω από το αλώνι με τα χέρια πιασμένα σταυρωτά.

Μηχανοποίηση της εργασίας
Με το πέρασμα του χρόνου άρχισε η εργασία και εξελισσόταν. Το δρεπάνι αντικαταστάθηκε από τη θεριστική μηχανή, αρχικά ζωήλατη και ακολούθως μηχανικά από γεωργικό ελκυστήρα. Το άλογο με το τουκάνι από την αλωνιστική μηχανή(πατόζα), ένα θηριώδες συγκρότημα, το οποίο λειτουργούσε με ιμάντες και έπαιρνε κίνηση από το τρακτέρ. Σε αυτήν, δούλευαν ίσως και 10 άτομα, ασκώντας διαφορετική εργασία ο καθένας. Έπεφτε μέσα στην πατόζα ένα δεμάτι στάχυα, όπως έβγαινε από τη θεριστική, επεξεργαζόταν και ακολούθως από μια έξοδο έβγαινε το σιτάρι και από την άλλη τα άχυρα.

Τις θεριστικές μηχανές και τις «πατόζες», ακολούθησαν οι θεριζοαλωνιστικές μηχανές(κουμπίνες), οι οποίες θα λέγαμε πως ‘φέραν την επανάσταση στο θέρισμα-αλώνισμα του σιταριού. Με συνεχείς βελτιώσεις και νέα μοντέλα εξακολουθούν μέχρι και σήμερα να πρωταγωνιστούν σε αυτή τη διαδικασία.


Πηγή: Ιστορικό Φωτογραφικό Αρχείο Πολιτιστικού Συλλόγου Νέων Φλογητών

Σχολιάστε