Επιμέλεια: Μαρία Σαμουρκασίδου
Σαν σήμερα πεθαίνει ο μεγάλος Έλληνας ποιητής Νίκος Γκάτσος. Ο μοναδικός που κατάφερε με μία ποιητική συλλογή να σκαρφαλώσει στο πάνθεον των σπουδαίων ποιητών. Η πένα του δημιούργησε στίχους, οι οποίοι μελοποιημένοι από σπουδαίους Έλληνες συνθέτες, κατάφεραν να γίνουν διαχρονικοί στο πέρασμα των χρόνων. «Ο Εφιάλτης της Περσεφόνης», «Νυν και αεί», «Ο Γιάννης ο φονιάς», «Μάνα μου Ελλάς» και αμέτρητα ακόμη, που μεγάλωσαν γενιές ολόκληρες με την ποιότητα των λόγων τους. Η μεγάλη συνεισφοράτου Γκάτσου, είναι στο τραγούδι ως στιχουργός.Έφερε την ποίηση στον στίχο και κατάφερε να δώσει, κυρίως μέσω της συνεργασίας του με τον Μάνο Χατζιδάκι, τον κανόνα του ποιητικού τραγουδιού.
Γεννήθηκε στα Χάνια Φραγκόβρυσης (Κάτω Ασέα) της Αρκαδίας, όπου και τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο. Αφού τελείωσε το Γυμνάσιο στην Τρίπολη βρέθηκε στην Αθήνα όπου φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Είχε ήδη μελετήσει Παλαμά, Σολωμό, δημοτικό τραγούδι αλλά και τις νεωτεριστικές τάσεις στην ευρωπαϊκή ποίηση.
Στην Αθήνα ήρθε σε επαφή με τους λογοτεχνικούς κύκλους της εποχές και δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα. Το 1943 κυκλοφόρησε την ποιητική του σύνθεση «Αμοργός», ένα υπερρεαλιστικό κομψοτέχνημα που αν και κατακρεουργήθηκε στα 1943 υμνήθηκε λίγα χρόνια αργότερα και εκδόθηκε σε 308 αντίτυπα από τις Εκδόσεις Αετός, για να επανεκδοθεί από τα 1963 και ύστερα από τις Εκδόσεις Πατάκης. Λέγεται ότι το μεγάλης έκτασης ποίημα γράφτηκε σε μία μόλις νύχτα με το σύστημα της «αυτόματης γραφής», που χρησιμοποιούν οι σουρεαλιστές δημιουργοί.
Από τότε έως τον θάνατό του, ο Γκάτσος δημοσίευσε μόνο τρία ποιήματα: «Ελεγείο» (1946), «Ο Ιππότης και ο θάνατος» (1947) και το «Τραγούδι του παλιού καιρού» (1963).
«Έγραψε μοναδικά τραγούδια. Όλα τα ακριβά στοιχεία της ποίησής του τα ’κανε στίχους που κινητοποίησαν τη ναρκοθετημένη νεοελληνική ευαισθησία, “έτσι καθώς κοιμόταν αναίσθητη” μες στην απέραντη αισθηματολογία των στιχουργών και των επιθεωρησιογράφων» είχε πει για τον ποιητή της «Αμοργού» ο Μάνος Χατζιδάκις.
