Ανέκαθεν ο άνθρωπος αναζητούσε τον ρόλο του στον κόσμο. Τον λόγο που βρίσκεται εδώ. Από αυτές τις αναζητήσεις προέκυψαν διαφορετικές θεωρίες και ερμηνείες για τη φύση του. Βασικό πεδίο συζητήσεων υπήρξε, πάντοτε, το φιλοσοφικό ερώτημα αν γεννιόμαστε καλοί και η κοινωνία μάς διαφθείρει ή κακοί και η κοινωνία μάς κρατά υπό έλεγχο. Έχει σημασία;
«Είμαστε όλοι ικανοί για τα πιο φοβερά εγκλήματα. Για να φανταστείς έναν κόσμο όπου αυτό δεν είναι η πραγματικότητα, όπου η κάθε κρίση δεν οδηγεί σε νέες αγριότητες, όπου η κάθε εφημερίδα δεν είναι γεμάτη με πόλεμο και βία, πρέπει να φανταστείς έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι παύουν να είναι άνθρωποι.»
Τα παραπάνω είναι τα λόγια με τα οποία κλείνει η ταινία Η Εισβολή (2007), με τη Νικόλ Κίντμαν και τον Ντάνιελ Κρεγκ στους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Για όσους δεν την έχουν δει πρόκειται για την τέταρτη απόπειρα μεταφοράς του κλασικού βιβλίου επιστημονικής φαντασίαςThe Body Snatchers (1955) στη μεγάλη οθόνη.
Σύμφωνα με το σενάριο, ένας εξωγήινος ιός φτάνει στη Γη και προσβάλλει τους ανθρώπους. Πολύ σύντομα, η μόλυνση προσλαμβάνει διαστάσεις πανδημίας και οι ελάχιστοι που καταφέρνουν να γλυτώσουν, ανάμεσά τους η ψυχίατρος Κάρολ Μπένελ (Κίντμαν) και ο γιατρός Μπεν Ντρίσκολ (Κρεγκ), προσπαθούν να βρουν μία θεραπεία, όσο παλεύουν για τη ζωή τους.

Σε αντίθεση με όσα συμβαίνουν στις περισσότερες ταινίες του είδους, στην Εισβολή υπάρχει μία υποβόσκουσα συμπάθεια προς την εξωγήινη απειλή. Και, έστω στιγμιαία, ο χαρακτήρας της Κίντμαν αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στην παράδοση και την αντίσταση. Βλέπετε, όσοι προσβληθούν από τον ιό δεν μεταλλάσσονται σε κάτι ειδεχθές ούτε πεθαίνουν.
Ουσιαστικά, παραμένουν τα ίδια άτομα με πριν, με τις αναμνήσεις και τα βιώματά τους, με τη διαφορά ότι δεν φαίνεται να βιώνουν οποιοδήποτε συναίσθημα. Σημαντική λεπτομέρεια: Όσο ο ιός εξαπλώνεται στον πλανήτη, τόσο μαζί του κυριαρχεί και η… επί Γης ειρήνη! Οπότε, φαντάζει ελκυστική η συμφωνία ανταλλαγής της “ανθρωπιάς” με την αιώνια ειρηνική συμβίωση.
Στο τέλος, φυσικά, επικρατεί η θέληση για υπεράσπιση της ανθρωπότητας ως έχει, με τα καλά και τα κακά της. Αλλά η παραπάνω ατάκα κλεισίματος, σε συνδυασμό με τα λόγια ενός επιστήμονα, που, σε ερώτηση για το αν η απειλή έχει χαθεί, απαντά “Ανοίξτε μια εφημερίδα. Καλώς ή κακώς, ξαναγίναμε άνθρωποι”, αφήνουν να αιωρείται μία αμφιβολία.
Μπορούμε να ελπίζουμε σε έναν κόσμο αδελφωμένο; Ή οι άνθρωποι είμαστε, τελικά, κακοί από τη φύση μας; Αυτό το ερώτημα πλανάται, από την ώρα που πέφτουν οι τίτλοι τέλους. Ένα τέλος που προσωπικά βρίσκω ότι έχει απαισιόδοξη νότα. Πώς αλλιώς να χαρακτηριστεί η διαπίστωση ότι η ίδια η ανθρώπινη φύση μας μπορεί να είναι ο λόγος που υπάρχει η αγριότητα και η βία;
Η αναζήτηση της ανθρώπινης φύσης

Η Εισβολή, με το φινάλε της, φαίνεται να συμφωνεί με τον Άγγλο φιλόσοφο Τόμας Χομπς, ο οποίος αρνείται ότι ο άνθρωπος έχει αγαθή φύση. Αντιθέτως, επισημαίνει ότι τα ορθολογικά άτομα έχουν έμφυτη τάση να ανταγωνίζονται μεταξύ τους με επεκτατικό σκοπό.
Επιπλέον, στο σπουδαιότερο έργο του, τον Λεβιάθαν, ο Χομπς υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως εγωιστής και τα κίνητρά του σχηματίζονται από προσωπικό συμφέρον. Ότι η φύση προτρέπει τους ανθρώπους να αλληλοεξοντώνονται.
Και άλλες προσεγγίσεις καταλήγουν σε παρόμοια συμπεράσματα – ο Ρουσσώ, μάλιστα, φτάνει στο σημείο να θεωρεί ότι η πολιτισμένη ζωή έρχεται σε αντίθεση με την ανθρώπινη φύση και ότι, ως αποτέλεσμα, ο πολιτισμένος άνθρωπος είναι δυστυχισμένος – αλλά, όπως για όλα τα πράγματα, υπάρχει και η αντίστοιχη κριτική.
Ο Ντέιβιντ Χιουμ, για παράδειγμα, επέκρινε τη θεωρία του φύσει εγωιστικού και συμφεροντολόγου ανθρώπου ως υπεραπλουστευτική. Αν και δεχόταν ότι σε κάποια θέματα μας οδηγεί ο εγωισμός, υπογράμμισε ότι κανείς δεν θα μπορούσε να εφεύρει λέξεις όπως “ευγενές” και “ποταπό” ή “έντιμο” και “επαίσχυντο”, αν δεν υπήρχε κάποια σχετική φυσική, αρχική κατάσταση του νου.
Υπάρχει, βεβαίως, και η θεωρία του tabula rasa, του άγραφου πίνακα, με πιο γνωστό εκφραστή τον Τζων Λοκ. Ορίζει ότι ο άνθρωπος γεννιέται χωρίς καμία προϋπάρχουσα ή έμφυτη γνώση και ότι όσα γνωρίζει αποκτώνται μέσω των εμπειριών και της αντίληψής του.
Και, φυσικά, δεν μπορεί κάποιος να αγνοήσει την προσέγγιση της εξελικτικής θεωρίας, σύμφωνα με την οποία οι συμπεριφορές και τα συναισθήματα που αντιλαμβανόμαστε ως ανθρώπινη φύση είναι, στην πραγματικότητα, οι αντιδράσεις των προγόνων μας στο περιβάλλον τους, που έχουν διαμορφωθεί από τη φυσική επιλογή και δεν είναι εγγενώς ούτε καλές ούτε κακές.
Για να λεγόμαστε άνθρωποι…

Ποιο είναι, όμως, το τελικό συμπέρασμα; Κανένας δεν μπορεί να υποστηρίζει ότι το γνωρίζει. Η απάντηση στο ερώτημα, αν είμαστε φύσει καλοί ή κακοί, είναι ανοικτή σε διάφορες ερμηνείες και ο καθένας μπορεί να δώσει τη δική του.
Σε κάθε περίπτωση, η σκέψη ότι ερχόμαστε σε αυτόν τον κόσμο γεμάτοι με κακία και ιδιοτέλεια μου φαντάζει αποτρόπαια. Αφαιρεί από το νόημα της ζωής. Από την άλλη, μπορώ να παραδεχτώ ότι βλέπω μία λογική πίσω από τις θεωρίες που υποστηρίζουν ότι, στο τέλος, κάθε άτομο παλεύει σε αυτόν τον κόσμο για τη δική του ευημερία, για τη δική του επικράτηση.
Ίσως, όμως, εδώ βρίσκεται το κλειδί. Ότι αποστολή μας είναι να καταφέρουμε να υποτάξουμε αυτά τα ένστικτα, τις συμπεριφορές που είναι “προγραμματισμένες” στο είναι μας και μας οδηγούν στις συγκρούσεις, στον πόλεμο, στον αήθη και επιβλαβή ανταγωνισμό. Να καταφέρουμε να δεχτούμε την ευημερία του συνόλου ως ανώτερη εκείνης του ατόμου.
Τότε, θα μπορούμε να λεγόμαστε άνθρωποι. Ακόμα και αν δεχτούμε ότι είμαστε εκ φύσεως “κακοί” ή “εγωιστές”. Παραφράζοντας το κλείσιμο της Εισβολής:
“Είμαστε όλοι ικανοί για τα πιο φοβερά εγκλήματα. Για να φανταστείς έναν κόσμο όπου αυτό δεν είναι η πραγματικότητα, όπου η κάθε κρίση δεν οδηγεί σε νέες αγριότητες, όπου η κάθε εφημερίδα δεν είναι γεμάτη με πόλεμο και βία, πρέπει να φανταστείς έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι έχουν μάθει να είναι άνθρωποι».
Στην πράξη, όχι στα λόγια. Στην ουσία, όχι στους τύπους.
