«Ω, πάνε, πάνε και τα πλανόδια επαγγέλματα, παγοπώλες, γιαουρτάδες, γαλατάδες, ομπρελάδες, γανωτζήδες, παπλωματάδες, τροχιστές, καρεκλάδες, ιχθυοπώλες, μανάβηδες με τα γαϊδουράκια τους ή τα χειραμάξια τους και μοσκοβόλαγαν οι γειτονιές ροδάκινα, ντομάτες, αχλάδια και τριαντάφυλλα κι οι κότες κακάριζαν θριαμβευτικά». Απόσπασμα από το βιβλίο του Γιάννη Ρίτσου, «Ίσως Να’Ναι κι Έτσι».
Κι όμως, υπήρχε μία εποχή που οι παπλωματάδες, οι καρεκλάδες, οι γανωτζήδες και οι ακονιστές είχαν πολλή δουλειά. Σε κεντρικές λεωφόρους, οι λούστροι με τα καλογυαλισμένα κασελάκια τους περίμεναν τον επόμενο πελάτη, ενώ οι τσαγκάρηδες, χρησιμοποιώντας το καλαπόδι, και με διάχυτη τη «μυρουδιά» της βενζινόκολλας, έβαζαν ανάποδα το παπούτσι και το κάρφωναν με εκείνες τις μαύρες πρόκες με το πλατύ κεφάλι.

Ο Παναγιώτης Γρηγοριάδης επιδιορθώνει τσάντες από το 1947
Στο σημερινό κέντρο της Αθήνας, πολλές από τις επιχειρήσεις που στήνονταν παλιά, αναβιώνουν και σε ταξιδεύουν πίσω στο χρόνο. Ένας απλός περίπατος στα στενά της Αθήνας πείθει πως τα «χαμένα» επαγγέλματα βρίσκονται ανάμεσά μας, παρά την οικονομική κρίση και παρά το γεγονός, πως πάνω από 110.000 επιχειρήσεις σήμερα, βάζουν λουκέτο.
Πηγαίνοντας προς την Πλάκα και κυρίως, στα σοκάκια που οδηγούν προς το Μοναστηράκι, μπορεί να μη συναντήσεις γαλατάδες ή παγοπώλες, αλλά θα πέσεις σίγουρα επάνω, τουλάχιστον, σε έναν παραδοσιακό τσαγκάρη, έναν «τσαντοποιό» ή έναν μπαρμπέρη που πλέκει περίτεχνα το σύγχρονο στυλ με την παράδοση.
«Σε μία επιχείρηση ογδόντα χρόνων, υπάρχουν ακμές και παρακμές. Έχω δει το ημερολόγιο του παππού μου να γράφει: Κλειστόν, λόγω πολέμου. Το θέμα είναι πόσο ακμαίο παραμένει το ηθικό», αναφέρει ο Ιωσήφ Σακαλάκ, που έχει αναλάβει την οικογενειακή επιχείρηση μαλλιών πλεξίματος. Ο παππούς του άνοιξε το κατάστημα το 1935 και, αφού ταξίδεψε σε όλη την Ευρώπη, συνέλεξε μοναδικά νήματα για τους πελάτες του.
Βελόνες πλεξίματος από άγρια τριανταφυλλιά ή μπαμπού και μαλλί από κασμίρ είναι ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα της δουλειάς, που προσελκύει τον κόσμο. Το κλειδί της επιτυχίας είναι απλό, όπως αναφέρει. «Όταν κάνεις ομελέτα, θες φρέσκα αυγά. Λοιπόν, εμείς έχουμε αυτά τα φρέσκα αυγά», σημειώνει, γελώντας.
«Η οικονομική κρίση έχει στρέψει ένα κομμάτι των Ελλήνων σε εναλλακτικές μορφές αγορών», σημειώνει ο Πάνος Ζενέλης, ο οποίος λίγο πιο κάτω, διατηρεί κι εκείνος τη δική του επιχείρηση υφασμάτων από το 1942. «Ο κόσμος συνήθως, λέει ότι το να χρησιμοποιείς τα χέρια σου για να δημιουργήσεις ένα δικό σου κασκόλ, είναι μία δημιουργική διέξοδος από την καθημερινότητα. Και το μόνο που χρειάζεται να ξοδέψεις, είναι μόλις ένα ευρώ για ένα μάλλινο κουβάρι».
Ανάμεσα στα είδη παραδοσιακών επιχειρήσεων που «ενισχύονται» από την οικονομική κρίση είναι οι τροχιστές μαχαιριών, οι επιδιορθωτές ρολογιών και φερμουάρ. «Ο κόσμος έρχεται εδώ για να να επισκευάσει μαχαίρια και ψαλίδια επειδή δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να αγοράσει καινούρια», αναφέρει ο Γιάννης Κοντοπίδης, που δουλεύει εδώ και 25 χρόνια σε μία επιχείρηση που μετρά 87 χρόνια.

Ο Κωνσταντίνος Κόντος με τον πατέρα του, εν ώρα εργασίας, στο τσαγκαράδικο της Αγίας Θέκλας
Κοντά στο σταθμό του μετρό, στο Μοναστηράκι, ένας από τους νέους τσαγκάρηδες της εποχής, ο Κωνσταντίνος Κόντος, ακολουθεί την πορεία του πατέρα του από το 2009. «Στην αρχή, οι γονείς μου με πίεζαν να συνηθίσω τη δουλειά παρόλο που εγώ ήθελα να σπουδάσω», αλλά όπως αναφέρει, δεν μετανιώνει λεπτό για την επιλογή του, καθώς δεν προλαβαίνει κάθε μέρα, τις παραγγελίες για νυφικά παπούτσια.
Μία διαφορετική πραγματικότητα συναντάται λίγα μόλις στενά, πιο κάτω, σε ένα μαγαζί επιδιόρθωσης υποδημάτων. Ο Πλωττάς Παρασκευάς φτιάχνει χαλασμένα παπούτσια εδώ και 30 χρόνια, ωστόσο πολλά από αυτά μένουν στον πάγκο σήμερα, παρόλο που τα έχει ήδη επιδιορθώσει. Όπως λέει, «πολλοί πελάτες δεν μπορούν να διαθέσουν οκτώ, πέντε ή έστω, δύο ευρώ για να τα πάρουν πίσω».

Η Λίζα Σαριγιαννίδου μας παραδίδει μαθήματα κατασκευής ψάθινων καπέλων
Το «Savapile» είναι από εκείνα τα παραδοσιακά μαγαζιά που όταν μπαίνεις μέσα, νιώθεις ότι μεταφέρεσαι σε άλλη εποχή. Η Λίζα Σαριγιαννίδου συνεχίζει το τόλμημα του πατέρα της στην κατασκευή ψάθινων καπέλων, μία επιχείρηση που ξεκίνησε το 1960. «Λένε πως ο πατέρας μου γεννήθηκε μέσα σε ένα καπέλο», αναφέρει με γέλιο. «Η εισαγωγή έτοιμων καπέλων το 1990 ήταν πλήγμα για τα χειροποίητα καπέλα, αλλά τα τελευταία χρόνια, παρουσιάζεται μία τάση για επιστροφή στα ελληνικά και ποιοτικά προϊόντα».
Προχωρώντας λίγα βήματα παρακάτω στην πλατεία Ψυρρή, κατά μήκος ενός στενού δρόμου, μπορείς να συναντήσεις ακόμη και τυχαία, έναν από τους πιο παλαιούς μπαρμπέρηδες. Αν και συνταξιούχος, ο 80χρονος Γιώργος Γαλίτης έχει μετατρέψει την τέχνη του κουρέματος σε χόμπι, προκειμένου να κρατήσει την παράδοση ζωντανή. «Εάν ένας κουρέας δεν χρησιμοποιεί ξυράφι ή ειδικό ψαλίδι, δεν είναι κουρέας», όπως σημειώνει.
Και ενώ, όπως λέει ο κ. Γαλίτης, τα κλασικά μπαρμπέρικα έχουν μειωθεί σημαντικά, νέοι άνθρωποι με όρεξη και μεράκι «στήνουν» την αναβίωση του παραδοσιακού κουρέματος κάπου στο κέντρο της Αθήνας. Στην οδό Σοφοκλέους, το «Barber Shop- Εν Αθήναις 1928», μετρά περίπου, ένα χρόνο λειτουργίας, αλλά αυτομάτως σε γεμίζει με αρώματα και κολώνιες άλλης εποχής. Το εγχείρημα ανήκει σε έναν νέο κουρέα, τον Βασίλη Μοναστιρλή, ο οποίος έχει προσαρμόσει το κουρείο του, στο αμερικανικό στυλ του 1930. Όπως ο ίδιος αναφέρει, προτίμησε το αμερικανικό στυλ κουρέματος γιατί «είναι συνδυασμός ιταλικής ακρίβειας, γαλλικής φινέτσας και αγγλικής ιστορίας».

Ο Βασίλης Μοναστιρλής στο Barber Shop- Εν Αθήναις 1928, μετά από ένα «τελετουργικό» κούρεμα
Επί τέσσερα χρόνια, ο ίδιος μάζευε αντίκες που θα μπορούσαν να προσδώσουν άλλο αέρα στο κουρείο. Η καρέκλα που κάθεται ο πελάτης είναι φτιαγμένη από μαύρη πορσελάνη και αποτελεί συλλεκτικό αμερικανικό κομμάτι του 1930. Μία συρταριέρα με το πρώτο πιστολάκι, με συσκευές ακονίσματος και συλλεκτικές φαλτσέτες τραβούν αμέσως την προσοχή του πελάτη. Το νοσταλγικό κλίμα συνοδεύουν οι διαφημίσεις από τα κουρεία εκείνης της εποχής στους τοίχους και ένα τηλέφωνο από το 1940.
«Στις ημέρες μας, οι άντρες χρειάζονται κάτι παραπάνω από ένα απλό κούρεμα», μου λέει. «Όσοι έρχονται εδώ, θέλουν πολλές φορές, ιστορικά κουρέματα, ακόμη και νέοι που ακούνε χιπ- χοπ μουσική». Τελικά, το μοντέρνο δεν ζει χωρίς την παράδοση…
