H μεγάλη πολιτεία κρύβεται πίσω από το Καραμπουρνάκι. Την ύπαρξή της μαρτυρούν μόνο τα μεγάλα αεροπλάνα που πετούν χαμηλά, πριν προσγειωθούν. Αρετσού. Ο χρόνος στο λιμανάκι των ψαράδων κυλάει διαφορετικά. Μετράει κάθε μαντάρισμα στα δίχτυα, κάθε μερεμέτι στα ταλαιπωρημένα καϊκια. Χέρια φαγωμένα απ’ την αλμύρα, πρόσωπα σοβαρά μα φιλότιμα και καταδεκτικά. Απλοί άνθρωποι, απλές κουβέντες. Ψάρεμα. Αυτό που πάντα ήξεραν να κάνουν. Η τέχνη που οι περισσότεροι έφεραν από την αλησμόνητη πατρίδα. Αυτό που τους έζησε δεκαετίες τώρα, αυτό που τους ζει ακόμα.
Φρέσκο ψάρι, ονομαστό στη Σαλονίκη. Με το καϊκι, δουλειά σκληρή, μες στη νύχτα να ανοίγεσαι ίσα με το Μακρύγιαλο για ν’ απλώσεις δίχτυα και τα ξημερώματα πίσω για να προλάβεις να πουλήσεις. Με καλάμι ή πετονιά απ’ τη στεριά, δουλειά πιο εύκολη, για μυημένους και μη, ίσα ίσα να βγει ο τσιπουρομεζές.
Η …πρόοδος, με τις πολύβουες καφετέριες, τις ταβέρνες και τα μπαρ, τις φωτεινές επιγραφές, τον πανζουρλισμό με τ’ αυτοκίνητα που πάνε κι έρχονται λίγα μέτρα πιο πάνω, τις πολυώροφες πολυκατοικίες της αντιπαροχής που εξαφάνισαν τα όμορφα προσφυγικά σπίτια, δεν αγγίζει αυτή τη γωνιά. Εδώ για να επιβιώσεις, πρέπει να ‘χεις ψυχή. Αλλιώς, η θάλασσα δεν θα σου δώσει. Κι αντοχή, να στέκεις στα πόδια σου ανεξάρτητα από καιρό και κακουχίες, να λες καλημέρα με την ελπίδα ότι θα βγει το μεροκάματο, μετρώντας τα βήματά σου μέσα σε πλαστικές γαλότσες.