Ποιοι είναι οι διάσημοι Έλληνες Ολυμπιονίκες;

στις
Οι Έλληνες Αθλητές έχουν κατακτήσει από το 1896 μέχρι σήμερα 30 Χρυσά Μετάλλια. Κάποιοι εξ αυτών έχουν κερδίσει και μεγάλη παγκόσμια φήμη. Άλλοι, ελάχιστοι, έχουν ανακηρυχτεί Χρυσοί Ολυμπιονίκες περισσότερες φορές από μια. Μερικοί αποσύρθηκαν από την ενεργό δράση νωρίς. Άλλοι κατόρθωσαν να γίνουν διάσημοι όχι μόνο επειδή ανέβηκαν στο βάθρο. Ας δούμε τις ελληνικές διασημότητες, διεθνώς και στο δικό μας χώρο. Πάντα κατ’ επιλογή αγαθού ανδρός.

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΝΔΡΩΝ
ΣΠΥΡΟΣ ΛΟΥΗΣ: Η παγκόσμια δημοφιλία, που απέκτησε ο Σπυρίδων Λούης (1872 – 1940), ο κλειστός τύπος από το Μαρούσι, όταν στα 24 χρόνια του κέρδισε τον Α’ Ολυμπιακό Μαραθώνιο υπήρξε φανταστική. Αθλητικός μέντοράς του ο Διοικητής του στο Στρατό, Συνταγματάρχης Παπαδιαμαντόπουλος που τον ανακάλυψε. Προσόντα του η σεμνότητά του, η ανθεκτικότητα και η καθημερινή άσκηση, Μαρούσι – Αθήνα (2Χ12=24χλμ.) περπατώντας πλάι στο κάρο με το Μαρουσιώτικο φρέσκο νερό του πατέρα του.
ΠΥΡΡΟΣ ΔΗΜΑΣ: Ο μοναδικός όλων των εποχών σε όλο τον κόσμο με 3 Χρυσά και 4 συμμετοχές. Ορθόδοξος Χριστιανός από την Χιμάρα πολύ γρήγορα υλοποίησε το παιδικό του όνειρο και πριν ολοκληρώσει την εφηβεία εγκαταστάθηκε στην πατρίδα των προγόνων του. Αναδείχθηκε Χρυσός Ολυμπιονίκης τα έτη 1992 – 1996 – 2000, ενώ το 2004 μετά τρία χρόνια αποχής και 3 εγχειρήσεις (βασικά στο γόνατο) κατετάγη 3ος. Είναι χαρακτηριστικές οι επιδόσεις των επιτυχιών του στους 4 αυτούς αγώνες: 1992 – 370 κιλά, 1996 – 392,5 κιλά, 2000 – 390 κιλά, 2004 – 377,5 κιλά.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΣΙΚΛΗΤΗΡΑΣ: Γενν. στην Πύλο το 1887, άρχισε Στίβο το 1905, Ποδόσφαιρο το 1908, συμμετείχε στους Ολυμπιακούς στην Αθήνα το 1906, το 1908 και το 1912 κατέκτησε 4 Μετάλλια (1 – 2 – 1) αλλά το 1913 πέθανε στο Μπιζάνι στην πρώτη γραμμή του μετώπου των Βαλκανικών Πολέμων, ως απλός φαντάρος από μηνιγγίτιδα. Το μεγάλο ταλέντο του δεν στάθηκε ικανό αμυντικό τείχος στα δεινά του πολέμου. Η προσπάθεια για την απελευθέρωση της Ηπείρου πήρε μαζί με τόσους άλλους και τη ζωή ενός μοναδικού Ολυμπιονίκη των αλμάτων.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΡΟΥΜΠΑΝΗΣ: Δεν είναι Χρυσός Ολυμπιονίκης, είναι Χάλκινος. Αλλά ξανάνοιξε το δρόμο των Ολυμπιακών Μεταλλίων το 1956,μετά 44 χαμένα χρόνια. Επίσης έγινε ρέκορντμαν Ευρώπης στο Επί Κοντώ. Αυτά τα πέτυχε με τον πολύ ισχυρό χαρακτήρα του, ο οποίος όμως επίσης τον ζημίωσε. Γεννήθηκε το 1928 και άρχισε αθλητισμό στον Παναθηναϊκό. Όταν δεν πήρε την μεταγραφή που ζήτησε για τον ΠΓΣ (όπου ήταν ο πατέρα του Σάββας και τα αδέλφια του Αριστείδης και Βασίλης) προτίμησε να μείνει 2 χρόνια τιμωρημένος. Μακριά από το κέντρο του Επί Κοντώ που ήταν το Καλλιμάρμαρο. Στις ΗΠΑ (όπου τον έστειλε ο Σκούρας) αναπλήρωσε τις αναγκαίες τεχνικές γνώσεις, αλλά όχι τα 2 χαμένα χρόνια του. Πήδησε 4.50 στη Μελβούρνη (με παγκόσμιο 4.77) και 4.60 (ρεκόρ Ευρώπης). Ήταν ο πρώτος Έλληνας με κοντάρι Fiberglass, αλλά όχι ο αρχικός Ολυμπιονίκης. Τον «δρόμο» άνοιξε ο Μπομπ Ματάιας το 1952 στο Ελσίνκι και στο Δέκαθλο.
«ΝΗΡΕΥΣ» και ΝΤΡΑΓΚΟΝ: Το πρώτο Χρυσό Ολυμπιακό Μετάλλιο στην Ιστιοπλοΐα και αντίστοιχα το πρώτο μετά 48 χρόνια. Μέλη του σκάφους ο (τότε) Διάδοχος Κωνσταντίνος (20 ετών) Κυβερνήτης πληρώματος και μέλη οι Οδυσσέας Εσκιτζόγλου (28 ετών) και Γιώργος Ζαΐμης (23 ετών). Κανένας τους δεν είχε Ολυμπιακή εμπειρία, αλλά όμως μεγάλη αγάπη οικογενειακή ή ατομική για το Σπορ. Επίσης είχαν μόλις 6 μόνο μηνών πείρα της κατηγορίας τους και άρχισαν μέτρια τον Ολυμπιακό αγώνα. Στις 3 πρώτες ιστιοδρομίες ήσαν 4οι, στις 2 επόμενες ανέβηκαν 3οι, ενώ στην 6η πέρασαν πρώτοι και την κράτησαν. Συγκέντρωσαν 6.733 β. έναντι 5.715 του 2ου Αργεντινού. Οι τρεις μαζί δεν ξαναγωνίσθηκαν.
ΠΕΤΡΟΣ ΓΑΛΑΚΤΟΠΟΥΛΟΣ: ούτε ο αγαπητός «Πετράν» είναι Χρυσός Ολυμπιονίκης. Για την αιτία οι γνώμες διαφοροποιούνται. Ίσως λάθος του προπονητικού τιμ το 1972, ίσως το παρασκήνιο που έπρεπε να χρήσει Χρυσό Ολυμπιονίκη τον Τσέχο Βίτεσλαβ Μάχα καθώς η πατρίδα του στο Μόναχο είχε αγωνιστικά εξαφανιστεί. Έτσι ο Πέτρος τρίτος το 1968 στο Μέξικο και δεύτερος στο Μόναχο έγινε ο ξεχωριστός μας παλαιστής με 2 Μετάλλια, με τον Μπάμπη Χολίδη να έχει κατακτήσει 2 Χάλκινα. Αλλά το χαρακτηριστικό με τον Γαλακτόπουλο είναι πως πέρα από επιτυχημένος επιχειρηματίας έμεινε 30 – 40 χρόνια πιστός στην Ελληνορωμαϊκή Πάλη, τον ΕΓΣ και την ΕΟΦΠ, χωρίς ποτέ να έχει αρνηθεί να προσφέρει τις υπηρεσίες του. Παρά τις ιστορίες που έγιναν με την προτομή του.
ΝΙΚΟΣ ΚΑΚΛΑΜΑΝΑΚΗΣ: Πραγματικά γιός του ανέμου, της θάλασσας και του Αιγαίου. Γεννήθηκε το 1968 στη Βάρκιζα και τώρα μένει μόνιμα στην Κρήτη. Οργώνει τις παγκόσμιες θάλασσες από παιδί, έχει εκτελέσει τον διάπλου Αττική – Κρήτη σε 2 ημέρες, έχει λάβει μέρος σε 5 Ολυμπιακούς Αγώνες και έχει κατακτήσει ένα Χρυσό και ένα Αργυρό Μετάλλιο. Το Χρυσό στις άγνωστες θάλασσες της Σαβάννα, στις ακτές της Ατλάντα το 1996 και το Αργυρό το 2004 στο Φάληρο. Ακόμη μάχιμος, πάσχει για την προβολή της Ιστιοπλοΐας και της Ιστιοσανίδας και από τη θέση του Σμηναγού της Πολεμικής Αεροπορίας.
ΚΩΣΤΑΣ ΚΕΝΤΕΡΗΣ: Κατέχει το Πανελλήνιο ρεκόρ των 200μ. με 19.85 από το 2002, αλλά αυτό δεν τον κάνει διάσημο στην Ελλάδα (και εν μέρει διεθνώς). Ούτε ακόμη οι ιστορίες με τα αναβολικά και το τροχαίο. Στην Ελλάδα τον εκτιμούμε για το μεγάλο ταλέντο που έφερε από τη Λέσβο (γενν. το 1973) και για τις επιδόσεις του σε πολλά αγωνίσματα όπως π.χ στα 100μ. 10.15 (2001) και στα 400μ. 45.60 (1998). Στο Σίδνεϋ κέρδισε με 20.09 τα 200μ. και αυτό ήταν που ενόχλησε τους αντιπάλους του διότι τους ξεπέρασε στην επιστημονική προετοιμασία και τεχνική. Έκτοτε απομακρύνθηκε και ιδιωτεύει.
ΣΤΕΛΙΟΣ ΜΥΓΙΑΚΗΣ: Στα 62 κιλά φυσικά πρέπει να είσαι μικρόσωμος, αλλά η ψυχή του αθλητή δεν έχει μέγεθος. Στην Ελληνορωμαϊκή είχαμε μια παράδοση, που ο Μυγιάκης τη συνέχισε με λαμπρό τρόπο, καθώς το 1980 στα τότε 10 Ολυμπιακά Μετάλλια της Πάλης ήρθε να προσθέσει το πρώτο Χρυσό. Υπάρχει σε μερικούς η άποψη ότι στη Μόσχα (λόγω του μποϋκοτάζ) μετείχαν τότε οι μισές χώρες. Ίσως αυτό είναι σωστό, αλλά στον πρώτο του μόλις αγώνα ο Μυγιάκης νίκησε τον Χρυσό Ολυμπιονίκη του 1976 Καζιμίρς Λίπεν (από τον οποίο είχε χάσει το 1976) και τον έστειλε στην 5η θέση. Στη συνέχεια αφού κέρδισε Γκουλάμ (Αφγανιστάν), Μόλκβιοτ (Σουηδία), Κρομορένκο (ΕΣΣΔ) έπαιξε στον τελικό με τον Ούγγρο Ίστβαν Τοτ. Έπρεπε οπωσδήποτε να τον κερδίσει διότι ο αντίπαλος προηγείτο στα τεχνικά σημεία. Η νίκη του Μυγιάκη τον έφερε στο διεθνές προσκήνιο, αλλά και στην κορυφή της ελληνικής Πάλης και των επιτυχιών της.
ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ: Το 1896 στους Ολυμπιακούς, ο νεαρός εθελοντής των Μακεδονομάχων κέρδισε το πολεμικό τυφέκιο από 200μ. ανάμεσα σε 42 σκοπευτές από 7 χώρες με την μεγαλύτερη διαφορά που μπορούσε να φανταστεί κανείς. Σημείωσε 2320β. ενώ ο 2ος είχε 1978, ο 3ος 1713, ο 4ος 1701 κ.λ.π. Αλλά η σκοπευτική δεινότητά του δεν ήταν απλά ικανότητα ευθυβολίας, όσο αποτέλεσμα της υψηλής νοημοσύνης του και των πνευματικών ικανοτήτων του. Στη ζωή προχώρησε, έγινε δικηγόρος, βουλευτής, Υπουργός και προσπάθησε να βοηθήσει τον Αθλητισμό με όλες τις δυνάμεις του. Ήταν δημιουργός και συντελεστής απόκτησης του πρώτου ποδοσφαιρικού γηπέδου στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας από τον Σύλλογο της Πρωτεύουσας. Μάλιστα με απόφαση θεμελιωμένη από την Εθνοσυνέλευση. Υπήρξε ένας άρχοντας που γνώριζε τι χρειαζόταν η νεολαία των Αθηνών.
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΤΟΦΑΛΟΣ: Χρυσός Ολυμπιονίκης το 1906 στην Αθήνα στην κατηγορία Υπερβαρέων της Άρσης Βαρών με 142,4 κιλά. Για την σχετική σύγκριση: Το 1904 (Αγ. Λουδοβίκος) ο έτερος μεγάλος Έλληνας, ο Περικλής Κακιούσης είχε σηκώσει 111,70 ενώ η επίδοση του Τόφαλου μόλις ξεπεράστηκε το 1932 με 152,5. Ο Τόφαλος γεννήθηκε στην Πάτρα το 1884 και μικρός με πτώση από το κάρο έσπασε άσχημα το χέρι του. Οι γιατροί ήθελαν να του το κόψουν, αλλά αρνήθηκε ο πατέρας του. Προκειμένου να δυναμώσει το κατά 5 πόντους πιο κοντό χέρι, ο Τόφαλος γυμναζόταν σκληρά. Μετά τον θρίαμβό του στους Ολυμπιακούς Αγώνες (επί αντιπάλων 6 χωρών) πήγε στην Αμερική όπου έγινε επαγγελματίας παλαιστής. Σε έναν αγώνα με τον παγκόσμιο πρωταθλητή Φρανκ Γκοτς δεν ήθελε να παραδοθεί σε μια λαβή και τραυματίσθηκε τόσο σοβαρά που έμεινε 6 μήνες στο Νοσοκομείο. Το 1921 έγινε Αμερικανός πολίτης με μεγάλη δημοφιλία για τα φυσικά του προσόντα και τις παλαιστικές του ικανότητες. Τη δική του παράδοση συνέχισε ο Τζιμ Λόντος ή Χρίστος Θεοφίλου γενν. το 1886 στο Κουτσοπόδι Άργους, παγκόσμιος πρωταθλητής Πάλης το 1930.
ΗΛΙΑΣ ΗΛΙΑΔΗΣ: Γενν. στην Ακχμέτα της Γεωργίας το 1986, αλλά από τα εφηβικά του χρόνια ήρθε στην Ελλάδα με όλους τους συγγενείς και φίλους. Αγωνίζεται με τα εθνικά μας χρώματα στο νεόκοπο Ολυμπιακό Αγώνισμα του Τζούντο, κάπου δέκα χρόνια και μας έχει φέρει αμέτρητους τίτλους και νίκες. 4 φορές παγκόσμιος πρωταθλητής, 5 φορές Ευρωπαίος πρωταθλητής, δυο φορές Ολυμπιονίκης κ.λ.π. Μεγαλύτερή του επιτυχία η νίκη του μέσα στο ναό του Τζούντο την Ιαπωνία. Είναι παντρεμένος με 2 παιδιά και γυμνάζεται πάντα στον Βορρά με προπονητή τον Νίκο Ηλιάδη που θα τον ετοιμάσει και για το 2016, πάντα στα 90 κιλά.
ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Οι Ελληνίδες αθλήτριες είναι αισθητά λιγότερες από τους άνδρες στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Τις συναντάμε μόλις στο Τένις του 1924 ενώτο 1936 και το 1948 βλέπαμε την μοναδική Κύπρια Δομνίτσα Λανίτου – Καβουνίδου. Από το 1976, σεμια νέα εποχή, πρώτη και πάλι μια Κύπρια, η Μαρούλα Λάμπρου, που ξανά άνοιξε το δρόμο και στις αθλήτριες της Μητροπολιτικής Ελλάδας. Ας δούμε τις 6 διασημότερες.
ΒΟΥΛΑ ΠΑΤΟΥΛΙΔΟΥ: Χρυσή Ολυμπιονίκης το 1992 στη Βαρκελώνη με 12.64 στα 100μ. εμπόδια. Μεγάλη έκπληξη δεδομένου ότι δεν υπολογίζετο ούτε σαν αουτσάιντερ. Υπήρχαν η Ολυμπιονίκης του 1988 βουλγάρα Ντόνκοβα, η παγκόσμια πρωταθλήτρια Ναροζιλένκο (Ρωσία) και η αμερικανίδα Λα Βόννα Μάρτιν που είχε τιμωρηθεί για χρήση αναβολικών ουσιών, αλλά ακολούθως είχε απαλλαγεί, όταν ο προπονητής της δήλωσε ότι εκείνος της τα έδινε εν αγνοία της (!). Την προηγούμενη του αγώνα η Βούλα είχε βελτιώσει το ατομικό της ρεκόρ (12.96) για να φθάσει διαδοχικά (μετά και από ένα 12.78) στη νίκη, μετά και την πτώση της Γκέιλ Ντέβερς (ΗΠΑ) στο τελευταίο εμπόδιο. Η Βούλα (Παρασκευούλα) είναι αυτή που αναφώνησε το ιστορικό «Για την Ελλάδα βρε γαμώτο» μετά την εξέταση του φωτο – φινις και την ανάδειξή της σε νικήτρια. Είναι παντρεμένη με τον πανεπιστημιακό καθηγητή Δημήτρη Ζαρζαβατσίδη, έφηβο φαινόμενο της Άρσης Βαρών και 8ο νικητή στα βαρέα βάρη των Ολυμπιακών της Μόσχας το 1980 με επίδοση 347,5 (155 – 192,5). Η επίδοση των 12,64 της Πατουλίδου εξακολουθεί να αποτελεί Πανελλήνιο ρεκόρ, πιστοποίηση της αξίας της.
ΝΙΚΗ ΜΠΑΚΟΓΙΑΝΝΗ: Στην καλύτερη ηλικία των γυναικών, στα 28 χρόνια της (η Πατουλίδου στα 27) πέτυχε το 1996 στην Ατλάντα το Πανελλήνιο ρεκόρ που ακόμη υφίσταται. Πήδησε στο ύψος 2.03 και κατέκτησε το Αργυρό Μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες μετά την Στέφκα Κωνσταντίνοβα (2.05). Η Νίκη Μπακογιάννη πριν από τους αγώνες είχε ατομικό ρεκόρ 1.97 και ελάχιστες ελπίδες για ένα μετάλλιο. Στα προκριματικά 14 αθλήτριες πέρασαν το 1.93, παρά τον κακό καιρό. Δυο ημέρες αργότερα στον τελικό όλες ξεπέρασαν το 1.93. Στο 1.97 η Μπακογιάννη ήταν 4η. Το 2.01 το πέρασαν μόνο η Κωνσταντίνοβα, η Μπαμπάκοβα και η Μπακογιάννη (με τη β΄ προσπάθεια) και τα μετάλλια ξεχώρισαν. Το 2.03 η Βουλγάρα το πέρασε με την πρώτη, η Νίκη με την τρίτη προσπάθεια, ενώ η Ουκρανέζα Μπαμπάκοβα απέτυχε. Η Μπακογιάννη με ανάστημα μόλις 1.71 (για άλτρια ύψους) έχει μια διαφορά με το άλμα της 32 πόντων, γεγονός που αποτελεί ρεκόρ. Αντίθετα με την Πατουλίδου που συμμετείχε στα κοινά και την Κωνσταντίνοβα που έφθασε Πρόεδρος της ΕΟΑ Βουλγαρίας, η Νίκη ιδιώτευσε ασχολούμενη μόνο με τα 2 παιδιά της.
ΔΟΜΝΙΤΣΑ ΛΑΝΙΤΟΥ – ΚΑΒΟΥΝΙΔΟΥ: Κόρη του Εθνάρχη της Κύπρου Λανίτη, πρωταρχικά ασχολήθηκε με τον αθλητισμό, μαζί με την αδελφή της, από τα σχολικά χρόνια. Αγωνίσθηκε στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου το 1936 (σε ηλικία 22 ετών) ως πρώτη ελληνίδα αθλήτρια Στίβου. Ακολούθως μετείχε και πάλι το 1948. υπήρξε ένα πολυσύνθετο ταλέντο, με άριστες επιδόσεις σε όλα τα αγωνίσματα Στίβου, κυρίως όμως στα άλματα και τους δρόμους. Μετά την αποχώρησή της από την ενεργό δράση δραστηριοποιήθηκε στο ΣΕΓΑΣ, στον τομέα του γυναικείου αθλητισμού, σε εθνικούς κυπριακούς Συλλόγους και σε άλλες κοινωνικές πρωτοβουλίες. Γυναίκα με προσωπικότητα, αλλά και σεμνότητα, αγαπούσε τα Σπορ, την πατρίδα και τους συνανθρώπους της Πέθανε στις 20/6/2011 σε ηλικία 97 ετών, ούσα χειμερινή κολυμβήτρια μέχρι τα τελευταία της χρόνια.
ΣΟΦΙΑ ΜΠΕΚΑΤΩΡΟΥ: Κατάκτησε το Χρυσό Μετάλλιο το 2004 στην Αθήνα και το Χάλκινο Μετάλλιο στο Πεκίνο το 2008. Το 2004 με την Αιμιλία Τσουλφά στα σκάφη 470 και το 2008 στα σκάφη Yngling με την Σοφία Παπαδοπούλου και την Βιργινία Κραβαριώτη. Η Σοφία Μπεκατώρου (σήμερα Υπολοχαγός Μηχανικού) ξεκίνησε την Ιστιοπλοΐα το 1985 σε ηλικία 8 ετών. Το 1991 στα 14 χρόνια της ήταν πρωταθλήτρια Βαλκανίων στα Όπτιμιστ. Το 1996 ένωσε τις δυνάμεις της με την κατά 4 χρόνια μεγαλύτερή της Αιμιλία Τσουλφά στα 470 και το 1998 κατακτήσανε την τρίτη θέση στο Παγκόσμιο. Το 2001 και 2002 οι δυο τους κέρδισαν διεθνώς τα πάντα. Το δίδυμο κέρδισε 4 παγκόσμιους τίτλους και 3 ευρωπαϊκούς. Σήμερα η Σοφία Μπεκατώρου είναι η μόνη γυναίκα υπεύθυνη τακτικής στην κατηγορία σκαφών Farr 40.
ΜΙΡΕΛΑ ΜΑΝΙΑΝΙ: Διάσημη παγκόσμια ακοντίστρια. Γενν. στις 21/12/1976 στο Δυρράχιο. Το 1994, με τα χρώματα της Αλβανίας ήταν 9η στο Παγκόσμιο Νεανίδων. Το 1995 και πάλι ως Αλβανίδα ήταν 2η στο Ευρωπαϊκό Νεανίδων. Το 1996 στην Ατλάντα ήταν Σημαιοφόρος της Ολυμπιακής Αποστολής της Αλβανίας. Παντρεύτηκε την ίδια χρονιά τον ήδη ελληνοποιημένο Γιώργο Τζελίλη (4ο στην Ατλάντα με 322.5 στα 62κ.) και έλαβε γρήγορα την ελληνική υπηκοότητα. Το 2001 τον χώρισε για να τελέσει νέο γάμο με τον Γιάννη Σκουτέλα. Ανεξάρτητα από αυτά, έκανε μεγάλες επιτυχίες τις οποίες οφείλει κυρίως στον κορυφαίο Βασίλη Κοκόλη, αλλά και Βάσω Παναγιωτοπούλου και Αντώνη Παπαδημητρίου. Μικρή το δέμας (1.65-64κ.) αλλά δραστήρια. Στο Σίδνεϋ (2000) ήταν Αργυρή Ολυμπιονίκης (με 67.51 Πανελλήνιο ρεκόρ) ενώ στην Αθήνα 3η (με 64.29). έχει κερδίσει πολλούς παγκόσμιους και ευρωπαϊκούς τίτλους στην τετραετία 1999 – 2003. Πρώτη εμφάνισή της με τα ελληνικά χρώματα έκανε το 1997, αλλά με το 67.51 του Σίδνεϋ (30/9/2000) κατέχει ακόμη το Πανελλήνιο ρεκόρ του ακοντισμού.
ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΚΕΛΕΣΙΔΟΥ: Δυο Ασημένια Μετάλλια στη Δισκοβολία, των Ολυμπιακών του Σίδνεϋ (2000) και της Αθήνας (2004), από την Τασούλα που γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη στις 28/1/1972 από σεραίο πατέρα και προβεζάνα μητέρα. Με ύψος 1.92, βάρος 92κ. και Προπονητή τον Κώστα Σπανίδη για μια δεκαετία είχε αναρίθμητες διεθνείς επιτυχίες πριν και μετά το γάμο της. Άρχισαν το 1995 με το παγκόσμιο για να ακολουθήσουν Πανευρωπαϊκοί, Μεσογειακοί (Χρυσό στο Μπάρι) κ.λ.π. Στους Ολυμπιακούς της Ατλάντα το 1996 πέτυχε μόνο 59.60,αλλά στην Αυστραλία μετά 4 χρόνια ανέβηκε στα 65.70 (με την πρώτη βολή), ενώ το 2004 στην Αθήνα βελτιώθηκε στα 66.68 για να χάσει μόλις με 32 πόντους διαφορά από την Ρωσίδα Ναταλία Σάντοβα. Με την επιτυχία της αυτή έγινε χρονικά η πρώτη ελληνίδα αθλήτρια που κατέκτησε 2 συνεχόμενα Ολυμπιακά Μετάλλια. Το ατομικό της ρεκόρ είναι 67.70 από τα Βαρδινογιάνεια του 1999, ενώ το πανελλήνιο ρεκόρ του δίσκου κατέχει η Αικατερίνη Βόγγολη με 67.72 από το 2004.

Πηγή: hoa

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s