ΙΣΩΣ το πιο «σημαδιακό» γεγονός στη ζωή του Φρανκ Σινάτρα ήταν η ίδια του η γέννηση: καθώς έβγαινε από την κοιλιά της μητέρας του όχι μόνο κόπηκε ο λοβός του αριστερού του αφτιού, αλλά και ο λαιμός του τραυματίσθηκε επικίνδυνα από τη λαβίδα του γιατρού. Ολοι νόμιζαν ότι το μωρό γεννήθηκε νεκρό ευτυχώς επενέβη έγκαιρα η γιαγιά του: τον έβαλε κάτω από κρύο νερό και η ζωή επέστρεψε αμέσως.
Ο πατέρας του, ο Μάρτιν, ήταν μποξέρ και πυροσβέστης, ενώ η μητέρα του, η Ντόλι, νοσοκόμα και οι δύο ιταλοί μετανάστες. Ολη η οικογένεια κακομάθαινε τον μικρό Φρανκ με ακριβά δώρα και ρούχα. Εκείνος όμως ήταν «αλητάκι» και μάλιστα για ένα διάστημα έδρασε ως αρχηγός μιας συμμορίας μικροκλεφτών.
Το 1933 άκουσε για πρώτη φορά ζωντανά τον Μπιγκ Κρόσμπι και τότε αποφάσισε να γίνει τραγουδιστής. Επεδίωξε και κατάφερε να μη μιμηθεί τον εμπνευστή του: «Το δικό μου στυλ ανήκε περισσότερο στην ιταλική σχολή του «μπελκάντο»… Ηταν πιο δύσκολο από του Κρόσμπι, πολύ πιο δύσκολο» δήλωσε ο ίδιος σε μια συνέντευξή του το 1965.
Καθώς πειραματιζόταν με τις δυνατότητες της φωνής του επηρεάστηκε ιδιαίτερα από την τεχνική του τρομπονίστα Τόμι Ντόρσεϊ, στο συγκρότημα του οποίου ανήκε στις αρχές της δεκαετίας του ’40: «Επαιρνε μια μουσική φράση και την έπαιζε ασταμάτητα, δίνοντας την εντύπωση ότι δεν παίρνει ανάσα για πολλή ώρα». Ο Σινάτρα τελικά ανακάλυψε ότι ο Ντόρσεϊ έπαιρνε στα κλεφτά μικρές αναπνοές από την άκρη του στόματός του ο φιλόδοξος Φρανκ ορκίστηκε να μάθει να χρησιμοποιεί τη φωνή του όπως ένα μουσικό όργανο.
Εζησε έντονη ζωή, παντρεύτηκε τέσσερις φορές (τη Νάνσι Μπαρμπάτο, την ΑβαΓκάρντνερ, τη Μία Φάροου και την Μπάρμπαρα Μαρξ, πρώην σύζυγο του Ζέπο Μαρξ) και γενικά ό,τι και αν έκανε είχε τα φώτα της δημοσιότητας στραμμένα επάνω του. Πολλοί τον κατηγόρησαν ότι είχε διασυνδέσεις με την ιταλική Μαφία και αρκετά από τα ονόματα των συνεργατών του περιέχονταν σε «ύποπτους» φακέλους του FBI. Για κάθε κακή φήμη όμως που κυκλοφορούσε εναντίον του υπήρχε μία άλλη αντισταθμιστική, που μαρτυρούσε την αφοσίωση και τη γενναιοδωρία του προς γνωστούς και αγνώστους. Και πάντα ευχαριστούσε το κοινό του για την προσοχή του.
Το 1953, όταν η καριέρα του περνούσε μια σοβαρή κρίση, κέρδισε Οσκαρ β’ ανδρικού ρόλου για την ερμηνεία του στην ταινία «Οσο υπάρχουν άνθρωποι». Το 1971 δήλωσε ότι αποσύρεται, δεν κατάφερε όμως να κρατηθεί μακριά από το μικρόφωνο περισσότερο από δύο χρόνια. Το 1985 του απονεμήθηκε το Μετάλλιο της Ελευθερίας από τον τότε πρόεδρο και φίλο του Ρόναλντ Ρίγκαν.Ως ηθοποιός εμφανίστηκε σε 58 ταινίες, τόσο σε μιούζικαλ όσο και σε καθαρά ερμηνευτικούς ρόλους χωρίς να τραγουδά. Κατά τη δεκαετία του ’50 και του ’60 υπήρξε ιδιαίτερα δημοφιλής πρωταγωνιστής και εν γένει ένας από τους λίγους που κατάφεραν να γίνουν εξίσου επιτυχημένοι στον κινηματογράφο και το τραγούδι. Ξεχωρίζουν τα μιούζικαλ με συμπρωταγωνιστή τον Τζιν Κέλι, ειδικότερα το Τρία κορίτσια και τρεις ναύτες (On the Town, 1949), η ερμηνεία του στην ταινία Ο άνθρωπος με το χρυσό χέρι (The Man with the Golden Arm, 1955) για την οποία ήταν υποψήφιος για το βραβείο Όσκαρ α’ ανδρικού ρόλου, το Μάγκες και κούκλες (Guys And Dolls, 1955) στο πλευρό του Μάρλον Μπράντο, καθώς και το πολιτικό θρίλερ Ο άνθρωπος της Μαντζουρίας (The Manchurian Candidate, 1962).
Ο Σινάτρα ανακοίνωσε την αποχώρησή του από τα μουσικά δρώμενα το 1971, σε μια εποχή που η γενιά του Γούντστοκ κυριαρχούσε στη μουσική βιομηχανία. Οι τελευταίοι δίσκοι που ηχογράφησε ήταν τα Duets (1993) και Duets II (1994), μετά από δεκαετή απουσία. Η τελευταία συναυλία του πραγματοποιήθηκε το 1995.Πέθανε στο Λος Άντζελες, στις 14 Μα’ί’ου του 1998, μετά από παρατεταμένη περίοδο προβλημάτων υγείας.
Η ομάδα του VATERLO 2013
