“Τον θεωρώ τον πιο σημαντικό άνθρωπο που γνώρισα στη ζωή μου, μετά τη μητέρα μου”. Με αυτές τις λίγες λέξεις σκιαγράφησε κάποτε τον Νίκο Γκάτσο ο Μάνος Χατζιδάκις .
Τα χρόνια που δημιουργεί η πάροδος της βιολογικής απουσίας του Νίκου Γκάτσου προβάλλουν και αποκαλύπτουν την σπουδαία του προσφορά στην ελληνική ποίηση και το ελληνικό τραγούδι.
Γιατί ο Νίκος Γκάτσος κατάφερε με ένα μοναδικό τρόπο να δημιουργήσει ένα αυτόνομο ποιητικό σύμπαν πάνω σε καθορισμένα εκ των προτέρων από τους συνθέτες μουσικά μέτρα. Ανάμεσα στα ποιητικής αισθητικής τραγούδια του Ν. Γκάτσου είναι τα «Αθανασία», «Η μικρή Ραλλού», «Αύριο πάλι», «Σ’ έβλεπα στα μάτια», «Μάτια βουρκωμένα», «Παλικάρι στα Σφακιά», «Ο Γιάννης ο φονιάς», «Κοίτα με στα μάτια», «Μπουρνοβαλιά», «Η ενδεκάτη εντολή», «Κεμάλ» και «Περιμπανού». Τα περισσότερα από τα προαναφερθέντα τραγούδια είναι καρπός της συνεργασίας του με τον Μάνο Χατζιδάκι. Είναι γνωστή η καλλιτεχνική τους συμπόρευση – ο Χατζιδάκις βρήκε στον Γκάτσο τον Λόγο των τραγουδιών του.
Θεωρείται ως ο κατ’ εξοχήν εκφραστής του ελληνικού ποιητικού υπερρεαλισμού. Ο ποιητής της συλλογής «Αμοργός», κορυφαίος στιχουργός της ελληνικής έντεχνης μουσικής, μεταφραστής, ο Νίκος Γκάτσος γεννήθηκε στα Χάνια Φραγκόβρυσης – Ασέα – στις 8 Δεκεμβρίου 1911. Τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο στο χωριό του, το Γυμνάσιο στην Τρίπολη και Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, οπότε και έρχεται σε επαφή με τους λογοτεχνικούς κύκλους της εποχής.
Επηρεασμένος από τις νεωτεριστικές τάσεις της ευρωπαϊκής ποίησης, συνδέεται με το ρύμα του ελληνικού υπερρεαλισμού και δημιουργεί την «Αμοργό» -λέγεται ότι γράφτηκε σε μια νύχτα- το 20σέλιδο έργο που σημάδεψε τη σύγχρονη ελληνική ποίηση, θεωρούμενο ως κορυφαίο ποιητικό έργο του ελληνικού υπερρεαλισμού. Εκδίδεται σε 308 αντίτυπα, το 1943, μέσα στην Κατοχή, από τις εκδόσεις «Αετός», προκαλώντας δυσμενείς κριτικές και αντιδράσεις. Το μοναδικό βιβλίο του Γκάτσου, άρχισε να δέχεται θετικές κριτικές σε ελληνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο μετά το 1947, με αποτέλεσμα να καταταχθεί τελικά στην κορυφή της ελληνικής ποίησης.
Ο Γκάτσος εγκαταλείπει την ποίηση και ουσιαστικά δεν επιχειρεί μετά την Αμοργό να ξαναγράψει ποίημα. Μεταφράζει κάποια θεατρικά έργα και γράφει στίχους. Ο Γκάτσος ήταν όλα αυτά, ποιητής, στιχουργός, μεταφραστής, εραστής, μα πάνω απ” όλα ίσως ήταν δάσκαλος. «Την μεγάλη σημασία του την αντλεί από το ότι είναι ένας μεγάλος δάσκαλος που διδάσκει όσους έχουνε την τύχη να του πούνε «καλημέρα», αν και κείνος θελήσει να τους πει «καλημέρα» και να συνεχίσει. Άλλωστε «οι μεγάλοι δάσκαλοι δεν είχαν μια ειδική σχολή όπου διδάσκανε· έπρεπε να πετύχουν μαθητές που θα ήθελαν να εκμαιεύσουν από αυτούς την διδασκαλία. Αυτή είναι και η περίπτωση του Γκάτσου», έχει πει ο Μάνος Χατζιδάκις, ένας απ” τους ανθρώπους που επανειλημμένα έχουν εκφράσει την ευγνωμοσύνη τους στον δάσκαλο Νίκο Γκάτσο.
Πέθανε στις 12 Μαΐου του 1992 χωρίς να προλάβει να εκδώσει τα τραγούδια του σε βιβλίο (η έκδοση έγινε μετά τον θάνατό του και σύμφωνα με τις δικές του οδηγίες) και χωρίς να μπορέσει να ολοκληρώσει τον Μανιάτικο Εσπερινό, τον τελευταίο κύκλο τραγουδιών, που για χρόνια ετοίμαζε. Ετάφη στο χωριό του, την Ασέα Αρκαδίας, χωρίς επισημότητες, και με την παρουσία ολίγων φίλων του.
O μεγάλος έλληνας ποιητής και στιχουργός Νίκος Γκάτσος ήταν έντονα προφητικός στο μελοποιημένο ποίημα του Ελλάδα-Ελλάδα…
«Πού πήγαν οι ώρες, πού πήγαν οι μέρες, πού πήγαν τα χρόνια,
φωτιά στα Χαυτεία, καπνιά στην Αιόλου, βρωμιά στην Ομόνοια,
ουρλιάζουν τριγύρω Φολκσβάγκεν και Φίατ, Ρενώ και Τογιότα,
σε λίγο νυχτώνει, στους άχαρους δρόμους θ’ ανάψουνε τα φώτα
κι ανθρώποι μονάχοι στην κόλαση ετούτη θα γίνουν λαμπάδα.
Πώς τα ‘κανες έτσι τα μαύρα παιδιά σου Ελλάδα, Ελλάδα…
Στίχοι: Nίκος Γκάτσος
Μουσική: Δήμος Μούτσης
Πρώτη εκτέλεση: Μανώλης Μητσιάς
Η ομάδα του VATERLO 2013

συγχαρητήρια για την επιλογή τραγουδιού…
Μου αρέσει!Μου αρέσει!